Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press του Σαββάτου

του Δημήτρη Καμπουράκη

«Η Ελλάδα δεν είναι Ιταλία» λέγαμε τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν παρακολουθούσαμε τις ατέρμονες προσπάθειες της γειτονικής μας χώρας να κυβερνηθεί με συμμαχικά σχήματα, δίχως να τα πολυκαταφέρνει. 

Πολύ πιο πρόσφατα πήγαμε στο «Η Ελλάδα δεν είναι Βέλγιο», όταν αυτή η βόρεια χώρα έμεινε κάπου οκτώ μήνες δίχως κυβέρνηση λόγω αδυναμίας των κομμάτων της να τα βρουν σ’ ένα κυβερνητικό πρόγραμμα. Και το «η Ελλάδα δεν είναι Γερμανία» έχουμε πει, όταν τα κόμματα που αποφάσισαν να συγκυβερνήσουν μετά από εκλογές, χρειάστηκαν τρεις ολόκληρους μήνες λεπτομερών διαπραγματεύσεων για να καταλήξουν σ’ ένα κείμενο θέσεων και δράσεων. 

Οι στερεοτυπικές αυτές φράσεις που εκστομίζαμε ως αναλυτές του καφενείου, δεν ήταν διόλου επιτιμητικές ούτε για την Ιταλία, ούτε για το Βέλγιο, ούτε για την Γερμανία. Το αντίθετο μάλιστα, τον εθνικό μας εαυτό χλευάζαμε. Διότι, γεμάτοι έκπληξη παρακολουθούσαμε τις ανεπτυγμένες αυτές χώρες να πορεύονται ακυβέρνητες αλλά δίχως κανένα εμφανές πρόβλημα στην λειτουργία τους, ενώ σε μια αντίστοιχη περίπτωση είχαμε επίγνωση ότι η Ελλάδα θα πήγαινε φούντο. Και συνεχίζαμε γεμάτοι ενόχληση για τα δικά μας θέσμια, «σ’ αυτές τις χώρες όμως υπάρχει κράτος που δουλεύει ανεξάρτητα από τις κυβερνήσεις, ενώ εδώ έτσι και συμβεί χαθήκαμε…». 

Δικαίως το λέγαμε από παλιά και δικαίως το επαναλαμβάνουμε σήμερα μπροστά στις επερχόμενες εκλογές. Η Ελλάδα ήταν ιστορικά ο παράδεισος των μεγάλων κομμάτων και των ισχυρών μονοκομματικών κυβερνήσεων. Από το 1974 μέχρι σήμερα, μισό αιώνα παρά έναν χρόνο δηλαδή, η χώρα κυβερνήθηκε μονοκομματικά επί 45 χρόνια, άλλα 4 χρόνια πορεύτηκε με την συνεργασία ενός μεγάλου κόμματος με μια μικρή τσόντα (ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ) και μόνο για κάποιους μήνες είδαμε πραγματικά πολυκομματικά σχήματα (την περίοδο 1989-90). Οι αριθμοί, αν λένε κάτι για τις συνήθειες και τις επιθυμίες μας, είναι συντριπτικοί.

Τι συμβαίνει στην Ελλάδα 

Γιατί συμβαίνει αυτό στην Ελλάδα; Πρώτον, διότι εδώ ο δικομματισμός ήταν ιστορικά πανίσχυρος από γενέσεως του νεοελληνικού κράτους. Οι δυο μεγάλοι πολιτικοί πόλοι συγκέντρωναν ιστορικά ένα άθροισμα ψήφων άνω του 80%, οπότε η ισχύς των υπολοίπων πολιτικών σχηματισμών ήταν αντικειμενικά περιορισμένη. Μόνο με την οικονομική κρίση είδαμε να διαταράσσεται αυτό, αλλά και πάλι η σημερινή τάση δείχνει να πηγαίνουμε περισσότερο προς την επαναφορά αυτού του μοντέλου παρά προς την οριστική του κατάργηση. Δεύτερον, διότι τα πλειοψηφικά εκλογικά συστήματα έδιναν την δυνατότητα στο πρώτο κόμμα να φτιάχνει ισχυρή κυβέρνηση με την εξασφάλιση μιας μικρής εκλογικής διαφοράς από το δεύτερο κόμμα. 

Οι τριπλές εκλογές του ’89-90

Μόνο δυο φορές μέσα σε 49 χρόνια χρησιμοποιήθηκε ο εκλογικός νόμος ως όπλο αυτού που πήγαινε για ήττα, εναντίον εκείνου που προοριζόταν για νίκη. Μια φορά από τον Ανδρέα Παπανδρέου το 1989 για να μην επιτρέψει στον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να φτιάξει κυβέρνηση και άλλη μια φορά από τον Αλέξη Τσίπρα για να βάλει ανάχωμα στην πιθανότητα μακράς διακυβέρνησης από τον Κυριάκο Μητσοτάκη. Η Παπανδρεϊκή απλή αναλογική οδήγησε στις τριπλές εκλογές του 1989-90, η απλή αναλογική του Τσίπρα μας ξανασπρώχνει νομοτελειακά  σε διπλές εκλογές, ενδεχομένως και τριπλές. Σ’ αυτές τις απανωτές αναμετρήσεις που είναι αποτέλεσμα ενός παραλυτικού εκλογικού νόμου, εν τέλει το δίλημμα που δίνει λύση είναι απλό: ακυβερνησία ή κυβέρνηση;

Τι ισχύει και τι όχι στην Ευρώπη 

Στην υπόλοιπη Ευρώπη, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται να ισχύει. Εκεί υπάρχει ένας στέρεος και ανεξάρτητος κρατικός μηχανισμός που η λειτουργία του δεν επηρεάζεται καθοριστικά από τις κινήσεις της πολιτικής κορυφής. Βεβαίως, δεν υπάρχει χώρα που μπορεί να πορευτεί επ’ άπειρον δίχως κυβερνητικές πολιτικές αποφάσεις, όμως στην υπόλοιπη Ευρώπη η καθημερινή διαχείριση των κρατικών προβλημάτων μένει εν πολλοίς ανεπηρέαστη από την κατάσταση στην κορυφή της εκτελεστικής εξουσίας. Γι αυτό και εδώ στην Ελλάδα μέναμε κατάπληκτοι που τα πελώρια κυβερνητικά κενά σε άλλους εταίρους και συμμάχους δεν έδειχναν να επηρεάζουν την πορεία τους. 

Η ελληνική πραγματικότητα 

Δυστυχώς, εδώ στην Ελλάδα τα πράγματα είναι διαφορετικά. Όταν ένας υπουργός κατεβάσει το μολύβι του, κατεβαίνουν όλα τα μολύβια σε όλο το υπουργείο και σε όλες τις υπηρεσίες της ευθύνης του πανελλαδικά. Όταν στο υπουργικό γραφείο κάθεται ένας μεταβατικός ή υπηρεσιακός που δεν παίρνει αποφάσεις ουσίας (διότι δεν το δικαιούται), παύει η παραγωγή αποφάσεων και λύσεων σε όλη την πυραμίδα που αυτός εποπτεύει. Κακώς βέβαια, αλλά αυτή είναι η ελληνική πραγματικότητα. Ούτε στα πιο απλά και επείγοντα διαχειριστικά ζητήματα δεν δίνονται λύσεις, όλα μπαίνουν κάτω απ’ το χαλί για να τα παραλάβει ο επόμενος. Κανένας δεν αναλαμβάνει την παραμικρή ευθύνη. 

Η μετέωρη χώρα 

Παρά τα σημαντικά βήματα που έχουμε κάνει ως ευρωπαϊκή χώρα, τα βαλκανικά μας θέσμια παραμένουν παρόντα και πανίσχυρα. Αν στην κορυφή δεν υπάρχει μια ισχυρή και νομιμοποιημένη κυβέρνηση, μια χιονοστιβάδα αδυναμίας και απονομιμοποίησης σκεπάζει και παγώνει όλη την εξουσιαστική δομή της χώρας. Το χειρότερο δε είναι ότι αυτή παραλυσία δεν περιορίζεται στον στενό κρατικό μηχανισμό που χρειάζεται να «τρέχει» τις υποθέσεις της διοίκησης, αλλά επεκτείνεται και σε άλλους κρισιμότατους τομείς της δημόσιας και εθνικής ζωής μας. Για παράδειγμα, δεν λαμβάνεται καμιά ουσιώδης απόφαση για την ελληνική οικονομία. Η δικαστική εξουσία επίσης (κακώς, αλλά έτσι είναι) νιώθει μετέωρη. Και δεν θέλω καν να σκεφτώ τις συνέπειες του να νιώσει απονομιμοποιημένη η ηγεσία των ενόπλων μας δυνάμεων, ενώ θα συμβεί κάτι επικίνδυνο στα εθνικά μας ζητήματα. 

Και η πραγματικότητα…

Ξέρω ότι αναρωτιόμαστε «γιατί να είναι έτσι». Πλην μεγαλύτερη αξία από την διαλεύκανση αυτής της υπαρξιακής μας εθνικής απορίας, έχει η αναγνώριση της πραγματικότητας και η όσο το δυνατόν καλύτερη διαχείριση της χωρίς απώλειες. Θα ήταν ευτύχημα να ζούμε σε μια χώρα δίχως πελατειακά δίκτυα στο εσωτερικό του κράτους και με θεσμούς που δεν εξαρτούν την λειτουργία τους από το πρόσωπο του υπουργού. Τότε, ίσως, να μπορούσαμε να συζητήσουμε την πιθανότητα συμμαχικών κυβερνήσεων που θα προέλθουν από προγραμματικές συμφωνίες κομμάτων και είναι αποτέλεσμα πολύμηνων προγραμματικών συζητήσεων και συγκλίσεων. Όταν όμως η τοξικότητα και το κομματικό πάθος είναι ικανό να δηλητηριάσει ως και το μέγα εθνικό θέμα της επιστροφής των γλυπτών του Παρθενώνα, πόσο σοβαρά μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα συνεννοηθούμε για άλλα ζητήματα;

Στράφι οι προσπάθειες…

Η ακυβερνησία που παραμονεύει πίσω από τις εκλογές της απλής αναλογικής, είναι ικανή να κάνει τεράστια ζημιά στην χώρα. Ας μην ξεχνάμε ότι μπορεί να χρειαστεί ένας χρόνος για να χτιστεί μια πολυκατοικία, αρκούν όμως δέκα λεπτά για να την παγιδεύσει κάποιος με δυναμίτη και να την κατεδαφίσει αύτανδρη. Αυτή την περίοδο δίνεται ένας τιτάνιος αγώνας μέρα με την μέρα για να απαλυνθεί η πληθωριστική κρίση που προέκυψε από την πανδημία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Τα πάντα παρακολουθούνται στενά και κάθε τόσο εξαγγέλλονται μέτρα ανακούφισης του πληθυσμού, πότε στα καύσιμα, πότε στο ηλεκτρικό, πότε στο σούπερ μάρκετ, ανάλογα με την πορεία του πληθωρισμού και την κατάσταση του δημόσιου ταμείου. Φαντάζεται κανείς τι θα συμβεί αν επί ένα εξάμηνο αδυνατούμε να φτιάξουμε κυβέρνηση; Ποιος θα μπορέσει να πάρει αποφάσεις και ποιος θα βοηθήσει ποιον; Αφήνω στην άκρη την πιθανότητα να εκτροχιαστούν τα δημοσιονομικά δεδομένα της χώρας και να πάνε στράφι προσπάθειες χρόνων.

Κρίση με τους τούρκους και «άδειο» Μαξίμου 

Δεν βάζω καν στην εξίσωση την πιθανότητα ελληνοτουρκικής κρίσης με κάποιον δικαστικό να βρίσκεται στο Μέγαρο Μαξίμου, και την ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων να ταλανίζεται μέσα στην μέγγενη  της τοξικής κομματικής αντιπαράθεσης. Και φυσικά, δεν θέλω καν να σκεφτώ την πιθανότητα να συρθεί η χώρα όχι απλώς σε δύο αλλά σε τρεις απανωτές εκλογικές αναμετρήσεις, διότι καμιά πολιτική δύναμη δεν θα αρθεί στο ύψος των εθνικών περιστάσεων για να συμφωνήσει σε μια κυβέρνηση που θα δημιουργηθεί γύρω από το πρώτο κόμμα. Δεν θέλω να γίνω μάντης κακών, αλλά η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης δείχνει να είναι περισσότερο προσανατολισμένη στο σαμποτάζ παρά στην δημιουργικότητα. Αλλά υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, η αυτοδυναμία του νικητή ξεφεύγει από την κομματική χροιά και μετατρέπεται σε εθνικό στόχο.