«Θα τον βγάλουμε τον χειμώνα», διαβεβαίωσε για μία ακόμη φορά ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς, τονίζοντας ότι πριν από λίγους μήνες η κατάσταση φαινόταν πολύ πιο δυσοίωνη. Ο καγκελάριος υποσχέθηκε ότι η κυβέρνησή του θα καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να αντιμετωπίσει τα ενεργειακά προβλήματα και ευχαρίστησε τις γερμανικές επιχειρήσεις για τη στήριξή τους στις κυρώσεις που επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση σε βάρος της Ρωσίας.

«Ακόμη και χωρίς ρωσικό φυσικό αέριο, θα τον βγάλουμε τον χειμώνα», δήλωσε ο Όλαφ Σολτς, μιλώντας νωρίτερα σήμερα στην ημερίδα της Γερμανικής Ένωσης Εργοδοτών και διαβεβαίωσε ότι ήδη από τον Ιανουάριο θα υπάρχουν νέες επιλογές για την προμήθεια φυσικού αερίου. «Τον Ιανουάριο του επόμενου έτους θα έχουμε ήδη τον πρώτο από τους νέους σταθμούς υγροποιημένου φυσικού αερίου, θα επεκταθούν οι συνδέσεις των αγωγών και έως το τέλος του 2023 θα έχουμε νέες δυνατότητες εισαγωγής – ανεξαρτήτως της Ρωσίας», δήλωσε. «Ποιος θα φανταζόταν ότι αυτή η χώρα θα μπορούσε να τα πετύχει όλα αυτά σε τόσο σύντομο διάστημα;», είπε εμφατικά ο κ. Σολτς και εμφανίστηκε καθησυχαστικός και σε ό,τι αφορά την επάρκεια ηλεκτρικού ρεύματος. «Θα διασφαλίσουμε ότι οι πυρηνικοί σταθμοί στη νότια Γερμανία θα μπορούν να λειτουργήσουν τον Ιανουάριο, τον Φεβρουάριο και τον Μάρτιο ώστε να μην υπάρξει συμφόρηση στη γερμανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας», επισήμανε. «Θα τον βγάλουμε τον χειμώνα και αυτά είναι σήμερα καλά νέα», είπε και επανέλαβε ότι η κυβέρνηση εξετάζει το ζήτημα της φορολόγησης των υπερκερδών των εταιριών παραγωγής ηλεκτρικού ρεύματος

«Αυτό που έχει σημασία είναι η επιμονή και η υπομονή», τόνισε ο καγκελάριος, αναφερόμενος στην ανάγκη συνέχισης της στήριξης της Ουκρανίας, παρά τις σοβαρές συνέπειες. «Με τον πόλεμο, άνοιξε και πάλι η άβυσσος στην Ευρώπη. Ο ιμπεριαλισμός του (Βλαντίμιρ) Πούτιν απειλεί να καταστρέψει την τρέχουσα παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Η εγκατάλειψη της Ουκρανίας δεν θα έφερνε ειρήνη», σημείωσε ο κ. Σολτς και υπενθύμισε ότι «ο φιλελεύθερος κόσμος δεν εγκατέλειψε το δυτικό Βερολίνο κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, διότι έτσι θα εγκατέλειπε τον εαυτό του και το ίδιο ισχύει σήμερα για την Ουκρανία». Ευχαρίστησε μάλιστα τις γερμανικές επιχειρήσεις για τη στάση τους σχετικά με την εφαρμογή των κυρώσεων σε βάρος της Ρωσίας.

Προηγουμένως ο πρόεδρος της Ένωσης Ράινερ Ντούλγκερ είχε ασκήσει έντονη κριτική στην κυβέρνηση, εκφράζοντας κυρίως την αντίθεσή του για την πολιτική που ασκείται σε σχέση με τους εναπομείναντες πυρηνικούς σταθμούς της χώρας και την επιβάρυνση των επιχειρήσεων με επιπλέον εργοδοτικές εισφορές. «Δεν μπορώ να καταλάβω γιατί, δεδομένης της ενεργειακής κρίσης, δεν ήταν δυνατό να μιλήσουμε με τρόπο μη ιδεολογικό για την παράταση της λειτουργίας των πυρηνικών σταθμών. Είναι σαν τον Τιτανικό – σα να πετάς όλες τις σωσίβιες λέμβους στη θάλασσα, η μπάντα συνεχίζει να παίζει κι εσύ ελπίζεις ότι δεν θα μπει πολύ νερό στο πλοίο ή ότι θα περάσει κάποιο άλλο πλοίο για να σε σώσει. Αυτό δεν είναι υπεύθυνη πολιτική», είπε χαρακτηριστικά ο κ. Ντούλγκερ, αναφερόμενος στην αντιπαράθεση σχετικά με το ενδεχόμενο παράτασης της λειτουργίας των τριών πυρηνικών εργοστασίων, τα οποία είχε προγραμματιστεί να κλείσουν οριστικά στο τέλος του έτους. Αναφερόμενος επίσης στην αύξηση των εισφορών για τους εργοδότες, ο Ράινερ Ντούλγκερ επέκρινε τον υπουργό Εργασίας Χουμπέρτους Χάιλ (SPD) κάνοντας λόγο για υπερβολική επιβάρυνση των επιχειρήσεων, ενώ τάχθηκε και κατά των «γραφειοκρατικών» προτάσεων του υπουργείου για την εργασία από το σπίτι. «Η κατάσταση είναι δραματική. Μια ύφεση είναι πλέον πιθανή και θα ήθελα να δω το πνεύμα των διαπραγματεύσεων μεταξύ των κομμάτων του κυβερνητικού συνασπισμού να είναι όπως πριν από έναν χρόνο, όταν συζητούσαν για τον σχηματισμό κυβέρνησης», είπε δηκτικά, με το βλέμμα στις διαφωνίες μεταξύ SPD, Πρασίνων και FDP. «Τότε είχαμε διαπραγματεύσεις σε ήρεμους τόνους, στη βάση αμοιβαίας εμπιστοσύνης και όχι πάντα με γνώμονα το συμφέρον κάθε κόμματος», πρόσθεσε.

Ο κ. Σολτς απέφυγε πάντως να σχολιάσει την επίθεση του προέδρου των εργοδοτών, περιορίστηκε μόνο να δηλώσει ότι συμφωνεί μαζί του σχετικά με το ποια προβλήματα πρέπει να αντιμετωπιστούν.