Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Today Press του Σαββάτου

του Δημήτρη Καμπουράκη

Μετά από μια δεκάχρονη οικονομική κρίση, μια δίχρονη πανδημία και ένα κύμα πληθωρισμού, το τελευταίο πράγμα που θα επιθυμούσε να ζήσει ο Έλληνας, ως συνέχεια όλων αυτών των δεινών, είναι και μια πολεμική σύγκρουση με την Τουρκία.

Πλην δεν είμαστε εμείς που εξωθούμε τα πράγματα προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά οι μεγαλοπιασμένοι με τους οποίους έχουμε την ατυχία να συνορεύουμε. Δεν υπάρχει καμία ελληνική πολιτική δύναμη, ούτε κοινωνική ομάδα, ούτε ιδεολογική πτέρυγα που παρωθεί τη χώρα μας σε κάποια επιθετική κίνηση, μόνο στην απέναντι πλευρά του Αιγαίου φύονται κάτι τέτοιοι.  

Eτοιμάζονται οι Τούρκοι;

Το διευκρινίζω αυτό, διότι παρά το γεγονός ότι και η Τουρκία χτυπήθηκε από την πανδημία και ταρακουνιέται συθέμελα από μια βαρύτατη οικονομική κρίση, η πολιτική της ηγεσία και η αντιπολίτευσή της μοιάζουν κάθε μέρα όλο και πιο έτοιμοι να κάνουν το απονενοημένο εναντίον της Ελλάδας. Ποιο ακριβώς είναι αυτό το απονενοημένο; Δεν έχει κανένα νόημα να προσπαθήσουμε να το μαντέψουμε με ακρίβεια, αυτή είναι δουλειά των στρατιωτικών και των διπλωματών μας. Σημασία έχει η πρόθεση. Άπαξ και ο Ερντογάν αποφασίσει να κάνει την επιθετική κίνηση εναντίον μας, έχει εκατό τρόπους να την ξεκινήσει.

Οι προθέσεις του Ερντογάν 

Άρα, το βασικό είναι να διερευνήσουμε τις προθέσεις του Ερντογάν, καθώς η από δω πλευρά δεν έχει καμιά διάθεση να εμπλακεί σε εθνική περιπέτεια. Πλην επειδή είναι δύσκολο να ξαπλώσουμε τον Τούρκο δικτάτορα σε ένα κρεβάτι ψυχαναλυτή και να ανιχνεύσουμε τις βαθύτερες διαθέσεις του και τα μύχιά του σχέδια, είμαστε υποχρεωμένοι να προβλέπουμε το μέλλον, με βάση όσα λέει και κάνει. Πρωτίστως ο ίδιος, αλλά και η παρέα του που αποτελείται από ανθρώπους «his master’s voice». Άλλον πρακτικό τρόπο να καταλάβουμε πού το πάει, δεν έχουμε. 

Δεν θα μείνουμε με σταυρωμένα χέρια!

Αυτά, λοιπόν, που βλέπουμε και ακούμε το τελευταίο διάσημα είναι από λίαν  ανησυχητικά. Η κλιμάκωση της όξυνσης που βιώνουμε καθημερινά από τους Τούρκους δεν έχει ιστορικό προηγούμενο, η επιθετικότητά τους είναι πρωτοφανής στα χρονικά. Γενιές Ελλήνων στρατιωτικών και διπλωματών που χειρίστηκαν ποικίλες ελληνοτουρκικές κρίσεις, επιμένουν ότι τέτοιο πράγμα δεν έχουν αντιμετωπίσει ξανά. Η Άγκυρα μοιάζει αποχαλινωμένη. Οπότε, ακολουθεί το επόμενο ερώτημα. Μπλοφάρει ο Ερντογάν ή ετοιμάζεται στα σοβαρά να ανοίξει την πόρτα του τρελοκομείου; Καθότι η Ελλάδα έχει προειδοποιήσει τους πάντες (φίλες χώρες και διεθνείς οργανισμούς) ότι αν υπάρξει παραβίαση της κυριαρχίας της, ούτε με σταυρωμένα τα χέρια θα κάτσει, ούτε θα αρκεστεί σε άμυνα περιορισμένου πεδίου. Κοντολογίς, αν υπάρξει τουρκικό χτύπημα σ’ ένα σημείο, η σύρραξη θα γενικευτεί. 

«Μα μπορούμε εμείς να τα βάλουμε με την Τουρκία σ’ έναν γενικευμένο πόλεμο;» θα ρωτήσει κάποιος δικαιολογημένα επιφυλακτικός. Δύσκολα, όμως αυτός είναι ο μόνος τρόπος να καταλάβουν οι φίλοι και σύμμαχοι ότι αν η Τουρκία αφεθεί να κάνει το βήμα, η Ανατολική Μεσόγειος και η νότια πτέρυγα του ΝΑΤΟ θα γίνουν μπάχαλο. Αντιστοίχως, θα υποχρεώσει και την ίδια την τουρκική ηγεσία να σκεφτεί ότι αν αποτολμήσει επιθετική κίνηση (μέσω προβοκάτσιας ή ευθείας δράσης), τότε δεν θα ξεμπλέξει μ’ έναν τοπικό και περιορισμένο τσαμπουκά, αλλά θα μπει σε γενικευμένη σύρραξη. Και μάλιστα, όχι με μια διαλυμένη Συρία ή με αντάρτικες ομάδες Κούρδων, αλλά με μια στρατιωτικά ισχυρή χώρα που μπορεί να της κάνει μεγάλη ζημιά. Θα βόλευε κάτι τέτοιο τα πολιτικά ή διαπραγματευτικά σχέδια του Ερντογάν; Είναι συζητήσιμο.

O μαγκάκος της γειτονιάς 

Στο ερώτημα, πάντως, αν η Τουρκία μπλοφάρει, έχει απαντήσει ο ίδιος ο Ερντογάν με τη φράση του «δεν κάνω πλάκα». Πρόκειται για ασυνήθιστη διπλωματική γλώσσα ηγέτη, πλην δηλωτική του τρόπου που σκέφτεται σήμερα. Ένας Πρόεδρος που έχει κατρακυλήσει στο επίπεδο του μαγκάκου της γειτονιάς, ο οποίος μοιράζει προειδοποιήσεις πριν αρχίσει τις σφαλιάρες, χρειάζεται να βρει απέναντί του αποφασισμένη παρέα ή κάποιον που (ανεξαρτήτως αν δεν  κοκορεύεται δημοσίως) την κρίσιμη στιγμή δεν θα το βάλει στα πόδια, αλλά θα σταθεί αποφασισμένος αντίκρυ του. Και τον ρόλο αυτό, είναι υποχρεωμένη να τον παίξει η Ελλάδα.

 

Στρατιωτικά δεν είμαστε ισότιμοι εν συνόλω με την Τουρκία, αυτό το ξέρουμε. Εξάλλου, αυτοί είναι 70 εκατομμύρια κι εμείς 11 μόλις. Άλλο όμως το «εν συνόλω» κι άλλο μια συγκεκριμένη περιοχή ή ένα συγκεκριμένο όπλο, για παράδειγμα, η αεροπορία. Επίσης, εμείς αμυνόμαστε. Που σημαίνει ότι ο αμυνόμενος δεν χρειάζεται να διαθέτει την ισχύ πυρός του επιτιθέμενου για να κρατήσει τις θέσεις του. Από την άλλη, εμείς πρέπει να υπερασπιστούμε ισότιμα εκατό νησιά, ενώ η Τουρκία αρκεί να διαλέξει ένα και να ρίξει πάνω του όλη τη δύναμή της. Αυτό είναι το δικό μας μειονέκτημα, πλην δεν έχουμε άλλη επιλογή, αυτή την πατρίδα καλούμαστε να υπερασπιστούμε. Και σε τελευταία ανάλυση, αυτός που δέχεται επίθεση δεν έχει πολιτικό κόστος, άρα η ελληνική κυβέρνηση που θα βρεθεί σε μια τέτοια περιπέτεια θα λειτουργήσει απελευθερωμένα. Θα πει το «γαία πυρί μειχθήτω», δίχως κανέναν ενδοιασμό. Το πολιτικό κόστος το ‘χει αυτός που επιλέγει τη σύγκρουση και που διαφημίζει την υπεροχή του, άρα υπόσχεται στον λαό του μια εύκολη και γρήγορη επικράτηση.

Στην ελληνική επικράτεια δεν υπάρχει εύκολη λεία για τον Ερντογάν

Αν η Τουρκία διέθετε μια στοιχειωδώς θεσμική λειτουργία ως κράτος και δεν λειτουργούσε μόνο με το θυμικό του ηγέτη της, ειδικά αυτό τον καιρό δεν θα αποτολμούσε μια επιθετική ενέργεια. Διότι μια ελληνική κυβέρνηση που δίνει τόσα δις για μελλοντικά όπλα, είναι προφανές ότι έχει ήδη δώσει και αρκετά, ώστε να έχει εξοπλιστεί και για τις άμεσες ανάγκες της. Το γεγονός ότι αυτά δεν διαφημίζονται, δεν σημαίνει ότι δεν γίνονται. Οι περιοχές που ενδέχεται να παρενοχληθούν από τους Τούρκους είναι σήμερα δυο φορές ισχυρότερες απ’ όσο ήταν πριν δύο χρόνια. Στην ελληνική επικράτεια δεν υπάρχει εύκολη λεία για τον Ερντογάν, όμως κάποιος εκεί στην Άγκυρα πρέπει να τολμήσει να του το πει. Απλώς το πρόβλημα για μας είναι ότι σε αυταρχικά καθεστώτα όλοι λένε στο αφεντικό μόνο αυτά που θέλει να ακούσει. Και συχνά τον σέρνουν σε καταστροφή.