του Fareed Zakaria*

Εκ πρώτης όψεως, ο πόλεμος στην Ουκρανία θα έμοιαζε να επιβεβαιώνει την άποψη του Τζο Μπάιντεν ότι ο κόσμος σήμερα σημαδεύεται από μια σύγκρουση ανάμεσα στις δημοκρατίες και τα αυταρχικά καθεστώτα. Η αυταρχική Ρωσία εξαπέλυσε μια βίαιη επίθεση στη δημοκρατική Ουκρανία και η τελευταία υποστηρίζεται από τις δυτικές δημοκρατίες.

Αν το εξετάσουμε καλύτερα, όμως, αυτό το σχήμα ούτε ακριβές είναι ούτε βοηθά να κατανοήσουμε την αμερικανική εξωτερική πολιτική.

Είναι αλήθεια ότι πολλές δημοκρατίες στηρίζουν την Ουκρανία. Η πιο πολυάνθρωπη δημοκρατία του κόσμου όμως, η Ινδία, ούτε καταδίκασε τη ρωσική επίθεση ούτε δεσμεύτηκε να εφαρμόσει τις κυρώσεις κατά της Μόσχας. Και δεν είναι μόνο η Ινδία. Η Ινδονησία τηρεί επιφυλακτική στάση. Η πιο επιτυχημένη δημοκρατία της αφρικανικής ηπείρου, η Νότια Αφρική, κατηγορεί το ΝΑΤΟ για την εισβολή της Μόσχας. Οι δύο μεγαλύτερες δημοκρατίες της Λατινικής Αμερικής, το Μεξικό και η Βραζιλία, τηρούν ουδέτερη στάση. Το Ιράκ απέσχε στην ψηφοφορία στα Ηνωμένα Έθνη για την καταδίκη της Ρωσίας.

Ένας παράγων που επηρεάζει τη στάση αυτών των χωρών είναι ασφαλώς τα οικονομικά τους συμφέροντα. Η Ινδία, για παράδειγμα, λαμβάνει τα περισσότερα σύγχρονα όπλα της από τη Ρωσία. Η Νότια Αφρική και η Βραζιλία έχουν σημαντικές εμπορικές σχέσεις με τη Μόσχα. Πέραν αυτού, όμως, η ιδέα μιας μεγάλης ιδεολογικής σταυροφορίας εναντίον των αυταρχικών καθεστώτων προκαλεί στις περισσότερες αναπτυσσόμενες χώρες μια εμφανή νευρικότητα. Πολλές από αυτές έχουν ισχυρούς οικονομικούς δεσμούς με την Κίνα και άλλα αυταρχικά καθεστώτα.

Ένας καλύτερος τρόπος να περιγραφεί η σημερινή διαχωριστική γραμμή στον πλανήτη είναι ανάμεσα στις χώρες που πιστεύουν σε μια παγκόσμια τάξη βασισμένη στους κανόνες και σ’εκείνες που δεν πιστεύουν. Η Ρωσία πρωταγωνιστεί στην επίθεση εναντίον αυτής της παγκόσμιας τάξης, που μεταξύ άλλων ορίζει ότι τα σύνορα δεν αλλάζουν με τη βία.

Εάν η Δύση θελήσει να κινητοποιήσει τον κόσμο με βάση αυτό το σχήμα, θα διαπιστώσει ότι έχει πολλούς συμμάχους. Η Σιγκαπούρη, για παράδειγμα, δεν είναι μια φιλελεύθερη δημοκρατία, υποστηρίζει όμως τους διεθνείς κανόνες και αξίες. Όταν ξεκίνησε η ρωσική εισβολή, αποφάσισε να επιβάλει κυρώσεις, παρόλο που δεν είχαν ακόμη εγκριθεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας (λόγω του ρωσικού βέτο). Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ενωμένα Αραβικά Εμιράτα δεν θα λάβουν εύκολα μέρος σε έναν αγώνα εναντίον των αυταρχικών καθεστώτων – αφού είναι απόλυτες μοναρχίες -, θα δεχθούν όμως να υπερασπιστούν ένα ανοιχτό διεθνές σύστημα.

Για την Ινδία ή την Ινδονησία, ένα τέτοιο σχήμα μπορεί να τις κάνει να σκεφτούν καλύτερα τις συνέπειες που θα έχει η επικράτηση της ρωσικής επιθετικότητας. Αν μια χώρα μπορεί να προσαρτήσει χωρίς συνέπειες εδάφη μιας γειτονικής χώρας, το Νέο Δελχί θα βρεθεί ανυπεράσπιστο απέναντι στις βλέψεις της Κίνας. Οι αφρικανικές χώρες έχουν αποδεχθεί τα αποικιακά σύνορα γιατί γνωρίζουν το χάος που θα επικρατούσε αν προσπαθούσαν να ξαναχαράξουν τα σύνορα με βάση πολιτισμικά ή εθνοτικά κριτήρια.

Για να πετύχει βέβαια αυτή η στρατηγική, θα πρέπει και η Δύση να σεβαστεί αυτό το σύστημα. Η αμερικανική πολιτική, ιδιαίτερα στον πόλεμο του Ιράκ, δικαιολογεί την κατηγορία της υποκρισίας. Η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει ζητήσει να διερευνηθούν τα εγκλήματα πολέμου της Ρωσίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες όμως δεν είναι μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου.

 

(*) O Φαρίντ Ζακάρια είναι αρθρογράφος της Washington Post