του Σπύρου Μουρελάτου

Το teaser της αποψινής συνέντευξης του Κυριάκου Μητσοτάκη στον Αντ1 και το Νίκο Χατζηνικολάου ήταν αρκετό για να ανατροφοδοτήσει τη σεναριολογία γύρω από τον χρόνο των εκλογών.

Προφανώς πιεζόμενος – και δεν είναι ο μόνος Ευρωπαίος ηγέτης – από την αναπάντεχη όσο και σφοδρή ενεργειακή κρίση, που οδηγεί σε σημαντικές ανατιμήσεις βασικών ειδών ανάγκης, ο κ. Μητσοτάκης προαναγγέλλει γενναία αύξηση του κατώτατου μισθού στις αρχές Μαίου, η οποία και αναμένεται να ολοκληρωθεί το δεύτερο εξάμηνο του έτους και εν προκειμένω τον Ιούλιο.

Μάλιστα, επιδιώκοντας να προλάβει τις επικρίσεις της αντιπολίτευσης περί αναιμικής αύξησης, ο πρωθυπουργός επισημαίνει πως η δεύτερη ενός του έτους αύξηση του κατώτατου μισθού θα είναι κατά πολύ πάνω από το 2%, με τις πληροφορίες να επιμένουν πως θα κυμανθεί γύρω στη ζώνη του 6%,.

Ο ίδιος, μάλιστα, αναμένεται στην ίδια συνέντευξη, που προβάλλεται σε λίγες ώρες να εξηγήσει επ’ ακριβώς το χρονοδιάγραμμα για την υλοποίηση της νέας αύξησης του κατώτατου μισθού, που θα ξεκινήσει από την 1η Ιουλίου.

Στις κυβερνητικές συσκέψεις του προηγούμενου χρονικού διαστήματος η αύξηση του κατώτατου μισθού θεωρείται πως θα είναι ένα από όπλα στην φαρέτρα της κυβέρνησης έναντι του κύματος ακριβείας, που «κουρεύει» το διαθέσιμο εισόδημα του ελληνικού μέσου νοικοκυριού.

Δείχνει εκλογές ο χρόνος αύξησης του κατώτατου μισθού;

Ο πρωθυπουργός έχει ξεκαθαρίσει πολλάκις τους τελευταίους μήνες πως σκοπεύει να εξαντλήσει την 4ετία, προκηρύσσοντας εκλογές κοντά στη λήξη της κυβερνητικής του θητείας, περί την Άνοιξη του 2023.

Η πάγια αυτή θέση του Κυριάκου Μητσοτάκη δεν έχει αλλάξει, ωστόσο, κάθε νέο δεδομένο, που προστίθεται στην εξίσωση δύναται να μεταβάλλει τις ισορροπίες. Σε κάθε περίπτωση ανατροφοδοτεί την προσφιλή για πολιτικούς και δημοσιογράφους συζήτηση περί εκλογικού αιφνιδιασμού.

Εξελίξεις στην Οικονομία και δη πρωτοβουλίες περί αύξησης του κατώτατου μισθού αποτελούν κινήσεις με σημαντικό πολιτικό αντίκτυπο και εάν δεν καθορίζουν κατ’ ανάγκη πολιτικές εξελίξεις, αποτελούν σε κάθε περίπτωση προανάκρουσμα ή και προπομπός αυτών.

Σύμφωνα με μία σχολή σκέψης, η ανακοίνωση τον Μάιο περί αύξησης του κατώτατου μισθού μπορεί κάλλιστα να εντάσσεται στις αιχμές της προεκλογικής εκστρατείας της Νέας Δημοκρατίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο κ. Μητσοτάκης δείχνει πως υλοποιεί τις προεκλογικές του δεσμεύσεις, έχοντας δημιουργήσει τον απαραίτητο δημοσιονομικό χώρο παρά τις αντιξοότητες της ενεργειακής κρίσης.

Πρόκειται για σκηνή από τα προσεχώς: προϊδεάζει με έναν τρόπο τους πολίτες για το πως θα κυλήσει η δεύτερη 4ετία της κυβέρνησης Μητσοτάκη με την βάσιμη προσδοκία να μην προσβληθεί και αυτή από ταυτόχρονες κρίσεις, που ταλαιπώρησαν την χώρα από τις αρχές του 2020 και εντεύθεν.

Στον αντίποδα στέκεται η άποψη που επιμένει πως ο πρωθυπουργός δεν μπλοφάρει και πως ο σχεδιασμός για εκλογές προς το τέλος της 4ετίας δεν έχει αλλάξει. Σε αυτό το σενάριο, δεν έχει τόση σημασία ο χρόνος εκδήλωσης, όσο αυτός της επώασης της εν λόγω πρωτοβουλίας.

Με άλλα λόγια η κυβέρνηση προσδοκά ότι με το διπλό fade out της πανδημίας και της ενεργειακής κρίσης, κινήσεις, όπως η μετρήσιμη και ουχί συμβολική αύξηση του κατώτατου μισθού πέραν της προφανούς σημασίας που αυτή έχει στο διαθέσιμο οικογενειακό εισόδημα θα ενισχύσει καίρια το κοινωνικό – φιλολαϊκό προφίλ της κυβέρνησης.

Διόλου ευκαταφρόνητο, εάν σκεφτεί κανείς πως εν μέσω πολιτικής ηγεμονίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, η κοινωνική ατζέντα δεν συγκαταλέγεται στα δυνατά χαρτιά του Κυριάκου πρωθυπουργού έναντι των αντιπάλων του.

Είτε στη μία, είτε στην άλλη εκδοχή, πρωτοβουλίες σαν την αύξηση του κατώτατου μισθού είναι σαφές πως μας φέρνουν ορισμένα μέτρα εγγύτερα στην εκλογική αφετηρία.

Πηγή: afteroffice.gr