O Τζορτζ Τσούνης εξέφρασε την πρόθεσή του να εργαστεί σκληρά για την επιπλέον ενίσχυση των σχέσεων ΗΠΑ – Ελλάδας, κατά την διάρκεια της ακρόασής του στην αρμόδια Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας η οποία εξέτασε την υποψηφιότητά του για τη θέση του Πρέσβη των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζο Μπάιντεν πρότεινε τον ομογενή επιχειρηματία, ο οποίος υποστήριξε κατά την ακρόασή του όλα τα μεγάλα ενεργειακά έργα της Ελλάδας, για να αναλάβει τα ηνία της διπλωματικής αντιπροσωπείας, ως υποψήφιος πρέσβης των ΗΠΑ στην Ελλάδα.

Αναφερόμενος στην ενεργειακή συνεργασία, είπε:

«οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ελλάδα έχουν σημειώσει τεράστια πρόοδο σε αυτόν τον τομέα. Εάν η υποψηφιότητα μου επικυρωθεί θα ενθαρρύνω την Ελλάδα να συνεχίσει να επενδύει σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας καθώς και σε έργα σημαντικά για την περιφερειακή ενεργειακή ασφάλεια, συμπεριλαμβανομένου του Διασυνδετήριου Ελλάδας-Βουλγαρίας, του Διασυνδετήριου Ελλάδας-Βόρειας Μακεδονίας, της Πλωτής Μονάδας της Αλεξανδρούπολης καθώς και διασυνδετηρίων που θα μπορούν να υποστηρίξουν φυσικό αέριο και ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.»

Ο κ. Τσούνης δήλωσε επίσης ότι θα υπάρξουν αυξημένες επενδύσεις των ΗΠΑ στις ΑΠΕ.

«Πιστεύω ότι υπάρχει περιθώριο για ακόμη περισσότερα συνεργασία».

Η Ελλάδα είπε, συνεχίζει να σημειώνει πρόοδο σε όλα τα μέτωπα καθώς επιδιώκει οικονομική αναζωογόνηση, ξεπερνά τις προκλήσεις της πανδημίας και αντιμετωπίζει τις προκλήσεις και τις εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο.

« Αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα έχει σημασία – όχι μόνο για την Ελλάδα, αλλά για την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, το ΝΑΤΟ, την Ευρωπαϊκή Ένωση και τις Ηνωμένες Πολιτείες» είπε ο κ. Τσούνης και συμπλήρωσε πως μέσα στις πρώτες προτεραιότητές του είναι η επιτάχυνση των εμπορικών και επενδυτικών ευκαιριών.

Με ρίζες από ένα μικρό χωριό της Ναυπάκτου, ο υποψήφιος Πρέσβης μίλησε για την μετανάστευση της οικογένειάς του στην Αμερική αλλά και για το αμερικανικό όνειρο που έζησε αφού κατάφερε να επενδύσει και να προοδεύσει.

Ο ίδιος σπούδασε νομικά και εργάστηκε ως δικηγόρος σε μεσαίες και μεγάλες επιχειρήσεις αλλά και για την κυβέρνηση. Αργότερα ακολούθησε τον πατέρα του στις επιχειρήσεις και ίδρυσε τα ξενοδοχεία Chartwell, στα οποία ανέλαβε την θέση του Διευθύνοντος συμβούλου.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας του διατήρησε ένα έντονο ενδιαφέρον για τις εξωτερικές και οικονομικές υποθέσεις και συμμετείχε στη δημόσια συζήτηση ως μέλος του Ινστιτούτου Brookings στην Επιτροπή Ηγεσίας Εξωτερικής Πολιτικής και στον τομέα της Εθνικής Ασφάλειας.