της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Μελέτη Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου

Ο,τι ανεβαίνει, κατεβαίνει λέει το γνωμικό. Όμως, πώς γίνεται να μειωθεί το δημόσιο χρέος μέσω πολιτικών επιλογών; Τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας ως βασικό παράγοντα καθορισμού της ετήσιας μείωσης του χρέους προβλέπει ως κεντρική αλλαγή για το σύμφωνο σταθερότητας η αναθεωρημένη μελέτη του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Η μελέτη του Ελληνικού Δημοσιονομικού Συμβουλίου είναι υπογεγραμμένη από τον καθηγητή κ. Γιώργο Ιωαννίδη και τη καθηγήτρια κα Παναγιώτα Κολιούση. Στόχος είναι να καταφέρει η Ελλάδα να περάσει από τη σκληρή δημοσιονομική γραμμή που βλέπει τη μείωση του χρέους κατά το 1/20 για να προσεγγίσει σε 20 χρόνια το 60%, στο δημοσιονομικό μονοπάτι. «Δημοσιονομικό μονοπάτι» ονομάζεται ο δημοσιονομικός χώρος που οριοθετείται ανάμεσα στο μέγιστο και το ελάχιστο ποσοστό που μπορεί να μειώνεται το χρέος μιας υπερχρεωμένης χώρας, ανάλογα με το ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας της.

Στη μελέτη αποσαφηνίζει το εξής:

«Το άνω όριο (upper bound) αντιστοιχεί σε πιο αυστηρή δημοσιονομική πολιτική, δηλαδή, σε μια πολιτική που πετυχαίνει ταχύτερη αποκλιμάκωση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ. Για λόγους απλοποίησης, ταυτίζουμε το άνω όριο με τη δημοσιονομική γραμμή που παράγεται από το υφιστάμενο δημοσιονομικό πλαίσιο (ετήσια μείωση του υπερβάλλοντος χρέους (>60%) κατά 1/20).

Το κάτω όριο (lower bound) αντιστοιχεί σε μια λιγότερο αυστηρή δημοσιονομική πολιτικής και διαμορφώνεται -βάσει του υφιστάμενου δημοσιονομικού πλαισίου- μεταβάλλοντας την ένταση του ρυθμού δημοσιονομικής προσαρμογής».

Σε περίπτωση στασιμότητας δηλαδή ή αδύναμης ανάπτυξης ο λόγος ΔΧ/ΑΕΠ παραμένει σταθερός, σε περιόδους χαμηλής ανάπτυξης μειώνεται σχετικά αργά και σε περιόδους ισχυρής ανάπτυξης μειώνεται ταχύτερα. Τα δύο όρια (άνω και κάτω) οριοθετούν το δημοσιονομικό μονοπάτι εντός του οποίου το κράτος μέλος μπορεί να κινηθεί.

Επενδύσεις από πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο

Στην περίπτωση που η μείωση του χρέους καθοριστεί ανάλογα με τον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας, ο πρόσθετος δημοσιονομικός χώρος που θα προκύψει μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για τη χρηματοδότηση επενδύσεων που είναι συμβατές με τους στρατηγικούς στόχους της Ένωσης.

Οι επενδύσεις που περιλαμβάνονται στη Χρηματοδότηση

  • Η εθνική συμμετοχή στα συγχρηματοδοτούμενα προγράμματα από τα Διαρθρωτικά Ταμεία και την Πολιτική Συνοχής.
  • Οι δαπάνες για την αντιστροφή της κλιματικής αλλαγής ή/και την αντιμετώπιση των συνεπειών της, οι δαπάνες για τη ψηφιακή μετάβαση, και οι επενδυτικές δαπάνες ενίσχυσης του συστήματος Υγεία και Κοινωνικής Προστασίας, υπό την προϋπόθεση ότι οργανώνονται σε μορφή Επιχειρησιακού Προγράμματος.
  • Άλλες επενδυτικές δαπάνες, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τους στρατηγικούς στόχους της Ένωσης (π.χ. δαπάνες για Ε&Α), όπως αυτοί αποτυπώνονται στις σχετικές Ευρωπαϊκές Στρατηγικές.

Κεντρική δημοσιονομική ικανότητα

Προτείνεται επίσης η ανάπτυξη μιας κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας η οποία θα λειτουργεί συμπληρωματικά με την πρόταση. Η κεντρική δημοσιονομική ικανότητα αποτελεί ισχυρό κίνητρο πειθάρχησης, στο μέτρο που η χρήση της προϋποθέτει την τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων από τα κράτη μέλη.

Επίσης, παίζει καθοριστικό ρόλο στην αντιμετώπιση των αρνητικών εξωτερικοτήτων ζήτησης, καλύπτοντας το κενό ζήτησης που προκαλείται από ενδεχόμενες υπερβολικά περιοριστικές πολιτικές άλλων κρατών μελών, αυξάνοντας ανάλογα τον δημοσιονομικό χώρο μέσω κοινού δανεισμού.

Επίσης προτείνεται η θεσμική αποτύπωση της στοχοθεσίας των δημοσιονομικών κανόνων. Όπως τονίζεται, η βιωσιμότητα του χρέους αποτελεί αναγκαία, όχι ικανή συνθήκη για την επίτευξη των οικονομικών και κοινωνικών στόχων της Ένωσης.

Το νέο δημοσιονομικό πλαίσιο πρέπει να συνδεθεί με τους ευρύτερους οικονομικούς, κοινωνικούς και αναπτυξιακούς στόχους της Ένωσης. Βάσει των παραπάνω, είναι αναγκαία η θεσμική αποτύπωση μέσω ρητής αναφοράς σε τέσσερις βασικές αρχές:

  1. δημοσιονομική βιωσιμότητα,
  2. οικονομική ανάπτυξη,
  3. πράσινη και ψηφιακή μετάβαση,
  4. κοινωνική και οικονομική σύγκλιση.

Τα πλεονεκτήματα αυτής της πρότασης είναι πως όλες οι δυνατές δημοσιονομικές τροχιές εντός του δημοσιονομικού μονοπατιού προκαλούν αποκλιμάκωση του λόγου ΔΧ/ΑΕΠ. Ωστόσο, η ένταση της δημοσιονομικής προσαρμογής καθορίζεται από τον ρυθμό μεταβολής του ΑΕΠ και υποστηρίζεται από μια διαδικασία διαβούλευσης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

Το περιεχόμενο και εύρος της διαβούλευσης είναι εκ των προτέρων καθορισμένο από την επιλεξιμότητα των δαπανών και το πλάτος του δημοσιονομικού μονοπατιού. Επίσης, δεν απαιτούνται ειδικές εξαιρέσεις για τις δημόσιες επενδύσεις, αλλά δημιουργούνται ισχυρά θεσμικά αντικίνητρα για την αποτροπή μείωσής τους.