της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Βασικός παράγοντας: Οι πολιτικές εξελίξεις

Το έτος που προδιαγράφεται ως υψηλών μισθολογικών αναπροσαρμογών είναι το 2022. Όλες οι ενδείξεις συντείνουν, στην υιοθέτηση αυξήσεων που αγγίζουν το 12% για τα κατώτατα όρια μισθών, γεγονός που θα συμπαρασύρει αναλόγως και τις υπόλοιπες κατηγορίες αμοιβών.

Καταλυτική επίδραση στην ημερομηνία έναρξης ισχύος των νέων αμοιβών, θα έχουν οι πολιτικές εξελίξεις εντός του επομένου έτους, δηλαδή η πραγματοποίηση βουλευτικών εκλογών, όπως και ο χρόνος διενέργειάς τους. Η κυβερνητική παράταξη φαίνεται έτοιμη και αποφασισμένη να υλοποιήσει τη προεκλογική της δέσμευση, για αύξηση του μισθού διπλάσια από την αύξηση του ΑΕΠ, γεγονός που οδηγεί σε αύξηση κοντά ίσως και υψηλότερη από το 12%.

«Είναι πρόωρο να μιλήσουμε για αριθμούς, αλλά σε κάθε περίπτωση θα σεβαστούμε την προεκλογική μας δέσμευση. Στο τελικό ποσοστό θα πρέπει να συνυπολογισθεί η αύξηση του 2% (από 1.1.2022), εφόσον τελικώς η νέα αναπροσαρμογή των κατώτατων αποδοχών γίνει εντός του επομένου έτους», ανέφερε ο αρμόδιος υπουργός Εργασίας Κωστής Χατζηδάκης.

Ο κατώτατος μισθός θα εξελιχθεί ως εξής:

  • Από 650 ευρώ σήμερα, στα 663 ευρώ την 1.1.2022 (αποφασισμένη αύξηση 2%) και
  • στα 730 έως 743 ευρώ περίπου, με ενδεχόμενη αύξηση γύρω στο 12%, (όποτε κι αν αυτή αποφασιστεί).

Ανάκαμψη της οικονομίας

Τον Φεβρουάριο του 2022, όταν θα έχουν φανεί τα σημάδια ανάκαμψης της οικονομίας, η κυβέρνηση προτίθεται να εκκινήσει εκ νέου τη διαδικασία αναπροσαρμογής του κατώτατου μισθού, προκειμένου το καλοκαίρι του 2022 να έχει ολοκληρωθεί και να συμφωνηθεί μια ουσιαστική βελτίωση των αμοιβών. Η βελτίωση, θα ανταποκρίνεται στην αυξημένη δυναμική της οικονομίας και θα περιγράφει την ανάκαμψη της αγοράς.

Σύμφωνα με τον σχετικό νόμο, ο νέος αυτός μισθός θα ισχύσει από το 2023. Ωστόσο οι πολιτικές εξελίξεις ενδέχεται να επισπεύσουν το χρόνο εφαρμογής του.

Η ημερομηνία υλοποίησης των επόμενων αυξήσεων, είναι το κατ’ εξοχήν στοιχείο, που καταδεικνύει τον ουσιαστικό ρόλο, που θα έχουν οι πολιτικές εξελίξεις, στην τελική διαμόρφωση του κατώτατου μισθού και προσδιορισμού του χρόνου ισχύος του.

Τα πιθανά ενδεχόμενα:

  1. Να εφαρμοστεί η νέα αύξηση από την 1η Ιανουαρίου του 2023, ημερομηνία που συνδέεται με το ισχύον νομικό πλαίσιο, καθώς στο σχετικό νόμο προβλέπεται ότι η αύξηση του κατώτατου αποφασίζεται από το υπουργικό συμβούλιο τον Ιούλιο του τρέχοντος έτους και ισχύει από τις αρχές του επομένου. Ωστόσο η ημερομηνία αυτή ενδέχεται να μην «εξυπηρετεί» τις πολιτικές εξελίξεις, εάν και εφόσον προκηρυχθούν νωρίτερα οι βουλευτικές εκλογές.
  2. Να ισχύσουν οι νέες αυξήσεις από το δεύτερο εξάμηνο του 2022, δηλαδή αμέσως μετά την ολοκλήρωση του διαλόγου με τους κοινωνικούς εταίρους και την λήψη της τελικής κυβερνητικής απόφασης. Κάτι τέτοιο μπορεί να συνδεθεί με το ενδεχόμενο επίσπευσης των χρόνου διεξαγωγής των βουλευτικών εκλογών. Ωστόσο για να υλοποιηθεί απαιτείται νομοθετική ρύθμιση που θα επιτρέπει την παρέκκλιση από το υφιστάμενο νομοθετική πλαίσιο. Να σημειώσουμε ότι ανάλογη «παρέκκλιση» με την πρόβλεψη νομοθετικής ρύθμισης έγινε από την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ το 2018, και ακολούθησε η αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 11%, που τον διαμόρφωσε στα 650 ευρώ από την 1η Φεβρουαρίου του 2019. Και τότε η επίσπευση της διαδικασίας, έγινε λίγους μόλις μήνες, πριν την προκήρυξη των βουλευτικών εκλογών.

Η αύξηση του 2%

Αποφασισμένη είναι και θα εφαρμοστεί από την 1η Ιανουαρίου 2022, η αύξηση κατά 2% στον κατώτατο μισθό, ανεξαρτήτως τι θα ακολουθήσει το επόμενο διάστημα. Ωστόσο, μικρές είναι οι πιθανότητες να συμφωνηθούν υψηλότερες αυξήσεις μέσω των κλαδικών και επιχειρησιακών συμβάσεων , παρά το γεγονός ότι κάτι τέτοιο επιτρέπεται από το νόμο.

Οι εργοδοτικές οργανώσεις, είναι στο σύνολό τους, αρνητικές σε οποιαδήποτε περαιτέρω αύξηση μισθών, καθώς δεν γνωρίζουν ακόμη κατά πόσο «πολλές επιχειρήσεις θα καταφέρουν να επανακινήσουν μετά την κρίση της πανδημίας».

Σύμφωνα με την απόφαση ο κατώτατος μισθός από τα 650 ευρώ που είναι σήμερα, θα διαμορφωθεί την 1η Ιανουαρίου 2022 σε 663 ευρώ τον μήνα ή εάν υπολογισθεί σε δωδεκάμηνη βάση στα 773,5 ευρώ. Το νέο κατώτατο ημερομίσθιο των εργατοτεχνιτών θα διαμορφωθεί από 29,04 σε 29,62 ευρώ.

Επιδόματα τριετιών και γάμου

Ο νέος κατώτατος μισθός για τον εργαζόμενο του ιδιωτικού τομέα με 0 έως 3 χρόνια προϋπηρεσία διαμορφώνεται στα 663 ευρώ και με το επίδομα γάμου στα 729.30 ευρώ. Για τον μισθωτό με προϋπηρεσία από 3 έως 6 χρόνια διαμορφώνεται σε 729,3 ευρώ και με το επίδομα γάμου στα 795,60 ευρώ. Για τον μισθωτό με προϋπηρεσία από 6 έως 9 χρόνια διαμορφώνεται σε 795,6 ευρώ και με το επίδομα γάμου στα 861,60. Για τον μισθωτό με προϋπηρεσία άνω των 9 ετών διαμορφώνεται στα 861,90 ευρώ και με το επίδομα γάμου στα 928,20.

Πανδημία και απώλειες

Τα προηγούμενα δύο έτη καταγράφηκε στη χώρα μας μείωση του ακαθάριστου μισθού κατά 2,5% σε σχέση με το 2019, ως συνέπεια της πανδημίας στην αγορά εργασίας. Το στοιχείο περιλαμβάνεται στα ευρήματα του Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ και κατατάσσει τη χώρα μας στη 14η χειρότερη επίδοση στην Ευρωζώνη.

Αντιθέτως, την ίδια χρονική περίοδο, στην Ευρώπη υπήρξαν αυξήσεις μισθών παρά την κρίση που προκάλεσε η πανδημία στο σύνολο των χωρών της γηραιάς ηπείρου.

Δεκαεπτά κράτη – μέλη της ΕΕ αύξησαν τον κατώτατο μισθό τους κατά την 1η Ιανουαρίου 2021, ενώ τρία τον διατήρησαν σταθερό. Μόνο στην χώρα μας δεν υπήρξε αύξηση του κατώτατου μισθού από τον Φεβρουάριο του 2019, μέχρι το τέλος του 2021.

Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις 17 χώρες που αύξησαν τον κατώτατο μισθό το 2021, οι 14 τον είχαν αυξήσει και το 2020 σε σχέση με το 2019. Παράλληλα, ανάμεσα στις χώρες που διατηρή­σαν την 1η Ιανουαρίου του 2021 τον κατώτατο μισθό σταθερό, σε σχέση με την 1η Ιανουαρίου του 2020, η Εσθονία και η Ισπανία, είχαν ήδη αυξήσει τον ωριαίο κατώτατο μισθό σε σχέση με το 2019 κατά 8,15% και 5,55%. Για το 2021, η υψηλότερη αύξηση του ωριαίου κατώτατου μισθού σημειώθηκε στη Λετονία (16,3%) και η χαμηλότερη στη Γαλλία και στη Μάλτα (1%).

Τι στάση κρατάει η κυβέρνηση

Η κυβέρνηση παραδέχεται η πλειονότητα των κρατών μελών της ΕΕ (18 στα 21), προχώρησαν σε ονομαστική αύξηση του κατώτατου μισθού την περίοδο της πανδημίας, αλλά σημειώνει ότι μόνο σε εννέα από αυτές η αύξηση υπερέβη το 2%, λαμβανομένου υπόψη του πληθωρισμό και της συναλλαγματικής ισοτιμίας (για τις χώρες που δεν είναι μέλη της Ευρωζώνης).

Σε έξι χώρες η πραγματική αύξηση ήταν μικρότερη της μίας ποσοστιαίας μονάδας και σε δύο ο πραγματικός κατώτατος μισθός μειώθηκε. Επιπλέον η πλειονότητα των χωρών με σημαντική αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μικρές και «ανοικτές» οικονομίες που είχαν έντονη αναπτυξιακή δυναμική πριν την πανδημία και επλήγησαν πολύ λιγότερο από αυτήν, ενώ στις δύο χώρες με την υψηλότερη ποσοστιαία αύξηση (Λετονία, Σλοβενία) ουσιαστικά εφαρμόστηκαν αποφάσεις που είχαν ληφθεί πολύ πριν την πανδημία. Η Σλοβενική κυβέρνηση έσπευσε μάλιστα να δεσμευτεί ότι θα αποζημιώσει, εν μέρει, τις επιχειρήσεις για το αυξημένο εργασιακό κόστος.

Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση σημειώνει ότι την ίδια περίοδο, στην Ελλάδα η πραγματική αξία του κατώτατου μισθού αυξήθηκε κατά 1,3% λόγω του αποπληθωρισμού, ενώ επήλθε περαιτέρω αύξηση της αγοραστικής δύναμης από τη μείωση των ασφαλιστικών εισφορών των εργαζομένων κατά 1,63%.

Καταληκτικά υπογραμμίζει ότι η προηγούμενη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 10,8% τον Ιανουάριο του 2019 ήταν η τρίτη υψηλότερη στην ΕΕ, ενώ μόνο 6 χώρες είχαν σωρευτικά αύξηση υψηλότερη του 12% την τελευταία διετία.