του Σπύρου Μουρελάτου

Υπό συνθήκες κανονικότητας, η αυριανή συζήτηση στη Βουλή στο πλαίσιο της κύρωσης της Ελληνο-γαλλικής αμυντικής συμφωνίας θα χρησίμευε ως μία γόνιμη ανταλλαγή απόψεων ανάμεσα στις εγχώριες πολιτικές δυνάμεις επί του προσανατολισμού του στρατηγικού δόγματος της χώρας σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο περιφερειακό και διεθνές περιβάλλον.

Δυστυχώς, όμως, οι αιτιάσεις ΣΥΡΙΖΑ περί της πιθανότητας… αποστολής ελληνικού εκστρατευτικού σώματος στο Σαχέλ, αλλά και περί οσμής σκανδάλων γύρω από τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα, καθώς και οι ακατάληπτες πλέον στους περισσότερους εντός και εκτός Ελλάδος ιδεοληπτικές αγκυλώσεις του ΚΚΕ και του ΜεΡΑ25 αναμένεται να στρέψουν τη συζήτηση σε… ατραπούς πολύ μακριά από τα πραγματικά διλήμματα ασφαλείας της χώρας.

Η κυβέρνηση (και ορθώς) υποστηρίζει πως η προσφάτως συναφθείσα συμφωνία ανάμεσα σε Αθήνα και Παρίσι είναι ιστορικών διαστάσεων.
Πράγματι, με την Τουρκία να ρέπει ημέρα με την ημέρα ολοένα και περισσότερο σε έναν επικίνδυνο μεγαλοϊδεατισμό οποιαδήποτε συνθήκη, χειροπιαστή ή άυλη, ενισχύει το αποτρεπτικό της χώρας είναι κάτι περισσότερο από καλοδεχούμενη.

Εν προκειμένω, ο προσεταιρισμός της ισχυρότερης ευρωπαϊκής στρατιωτικής δύναμης, η οποία στο πλαίσιο της ΕΕ είναι η μόνη, που κατέχει το προνόμιο του πυρηνικού αποτρεπτικού, της Γαλλίας, την καθιστά υποψήφια για συμμετοχή και σε άλλα μελλοντικά projects, ανάλογου στρατηγικού βάρους.

Στο φόντο του AUKUS, δε, η Ελληνο – γαλλική συμφωνία αποτελεί κατ’ ουσίαν το πρώτο δείγμα της νέας προσέγγισης των στρατηγικών σχέσεων ανάμεσα στις δύο όχθες του Ατλαντικού, όπου πλέον ο ενεργότερος ρόλος των συμμάχων των ΗΠΑ καθίσταται απαραίτητος για το νέο αμυντικό δόγμα της Συμμαχίας και εν τέλει της Ουάσιγκτον.

Και τέλος, ο Ελληνο – γαλλικός άξονας αποτελεί το πρόπλασμα ανάλογων εξελίξεων, που είναι μοιραίο να συμπαρασύρουν και άλλες ευρωπαϊκές δυνάμεις στην κατεύθυνση της επίτευξης της μεγαλύτερης δυνατής στρατηγικής αυτονομίας από την πλευρά της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Εάν έναντι των προαναφερθέντων ο ΣΥΡΙΖΑ αντιπαραβάλει το γνωστό «ΌΧΙ σε όλα» πασπαλισμένο με ολίγη από… λάσπη στον ανεμιστήρα μόνον και μόνον για να ικανοποιήσει τις «ευαισθησίες» του αντιδραστικού τμήματος του πυρήνα του 3%, τότε αυτομάτως καθίσταται ακόμη ένα από τα πολλά κόμματα διαμαρτυρίας και πάντως όχι ένας σχηματισμός έτοιμος να αναλάβει τα ηνία της χώρας, όπως πασχίζει να πείσει η ηγεσία του.

Το πολιτικό «αυτογκόλ» γίνεται, δε, μεγαλοπρεπές, καθώς η Κουμουνδούρου επιλέγει να στοιχηθεί απέναντι στη μεγάλη πλειοψηφία των πολιτών, που ορθώς αντιμετωπίζουν με την δέουσα σοβαρότητα την απειλή της Τουρκίας. Παίρνει, δε, σαφείς αποστάσεις από την τάση, που κερδίζει ολοένα και περισσότερους οπαδούς πανευρωπαϊκά, αυτήν της μεγαλύτερης δυνατής στρατηγικής αυτονομίας της Ε.Ε. με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την εικόνα ενός αξιόπιστου κόμματος, που επιχειρεί με κόπο να φιλοτεχνήσει.

«Χωράει» κριτική σε μία τέτοιας σπουδαιότητας συμφωνία; Προφανώς και χωρά. Απαλλαγμένη από μικροκομματικές σκοπιμότητες και δεύτερες μικροπολιτικού χαρακτήρα σκέψεις και επιδιώξεις. Οι ενστάσεις, που διατύπωσε ο πρώην Υπουργός Εξωτερικών, πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και εταίρος στην κυβέρνηση Σαμαρά, Ευάγγελος Βενιζέλος το αποδεικνύουν. Και επ’ αυτού χρειάζονται περαιτέρω διευκρινίσεις – οι οποίες και θα δοθούν – από τον πρωθυπουργό κατά την αυριανή κοινοβουλευτική συζήτηση.

Τώρα το πως εξηγούν στον ΣΥΡΙΖΑ ότι εξ αιτίας της απουσίας εναλλακτικής πειστικής και ρεαλιστικής επιχειρηματολογίας σπεύδουν να υιοθετήσουν άρον άρον τις απόψεις «ορκισμένων» πολιτικών του εχθρών και εκπροσώπων της… φαυλότητας του παλαιού δικομματισμού, όπως πλείστα όσα στελέχη του έχουν κατ’ επανάληψιν επισημάνει είναι κάτι, που καλό θα ήταν να επικοινωνηθεί και πέραν των στενών ορίων της Κουμουνδούρου.

Προφανώς και πρόκειται για καιροσκοπική στάση, καθώς, κατά παράφρασιν ενός γνωστού ρητού: «την απομίμηση πολλοί αγάπησαν, αυτόν που την κάνει, όμως ουδείς».
Ο υπονοούμενος, όμως ανωτέρω συνδυασμός, ήτοι η αδυναμία του ΣΥΡΙΖΑ να τοποθετηθεί με τρόπο θετικό και πρωτίστως παραγωγικό έναντι των μείζονων προκλήσεων, που αντιμετωπίζει εσχάτως η χώρα, από την πανδημία του κορωνοϊού έως και τα ελληνοτουρκικά, αλλά και η δεδομένη ανάγκη για άσκηση υπεύθυνης αντιπολίτευσης υπέρ του εθνικού συμφέροντος παρουσιάζει μία πρώτης τάξεως ευκαιρία για την τρίτη κατά σειρά πολιτική δύναμη του τόπου, το Κίνημα Αλλαγής ή το ΠΑΣΟΚ, όπως οι περισσότεροι το γνωρίζουν και το αποκαλούν.

Η δρομολόγηση των εσωκομματικών εξελίξεων εκεί με την ανάδειξη ηγεσίας στις αρχές Δεκεμβρίου λαμβάνουν χώρα σε μία συγκυρία, όπου σεβαστό κομμάτι της κοινής γνώμης, ιδίως μεταξύ όλων όσοι επέλεξαν με βαριά καρδιά τον ΣΥΡΙΖΑ στις προηγούμενες εκλογές, δείχνουν να αναζητούν πολιτική στέγη, που μπορεί να τους προσφέρει μία ρεαλιστική εφικτή και σύγχρονη πρόταση διακυβέρνησης. Όσο ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να προσεγγίσει τη μεγάλη πλειοψηφία των μετριοπαθών ψηφοφόρων, που κινούνται στον χώρο της Κεντροαριστεράς, η πολιτική ταυτότητα και τα προτάγματα της νέας ηγεσίας στο ΚΙΝΑΛ/ΠΑΣΟΚ δεν αποκλείεται να οδηγήσουν σε εκπλήξεις καθορίζοντας ως έναν βαθμό τις ευρύτερες πολιτικές εξελίξεις.

Πηγή: afteroffice.gr