της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Αύξηση πληθωρισμού

Η αύξηση των ευρωπαϊκών τιμών φυσικού αερίου και ηλεκτρικής ενέργειας τον τελευταίο καιρό ώθησε τις τιμές της ενέργειας σε υψηλό όλων των εποχών τον Αύγουστο, ενισχύοντας την αύξηση του πληθωρισμού, ο οποίος αναμένεται να αγγίξει το 4% στο δ’ τρίμηνο του έτους, όπως επισημαίνει η Oxford Economics.

Οι εν λόγω αυξήσεις φαίνεται πως  θα «χτυπήσουν» το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, θα αυξήσει τα ήδη υψηλότερα κόστη της βιομηχανίας και πιθανώς θα επιταχύνει την απόσυρση των μέτρων στήριξης της ΕΚΤ το επόμενο έτος. Έτσι, η εκτόξευση των τιμών θα θέσει ακόμη ένα εμπόδιο στην οικονομική ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα, προσθέτοντας στα ήδη υπάρχοντα εμπόδια από το μέτωπο της προσφοράς και από τα μέτρα περιορισμού τα οποία είναι πιθανό να επιβληθούν το χειμώνα λόγω της συνέχισης του νέου κύματος της πανδημίας.

«Ο οικονομικός αντίκτυπος της αύξησης των τιμών της ενέργειας είναι εξαιρετικά αβέβαιος. Πρώτον, οι προοπτικές για τις τιμές των εμπορευμάτων ειδικά για τις τιμές του φυσικού αερίου – είναι ασυνήθιστα αβέβαιες. Οι τιμές του φυσικού αερίου έχουν πενταπλασιαστεί σε σχέση με πέρυσι, αυξάνοντας τις τιμές ηλεκτρικής ενέργειας σε νέα ιστορικά υψηλά, αναφέρει η Oxford Economics.

Ο οίκος εκτιμά επίσης ότι οι τιμές του φυσικού αερίου και του ηλεκτρικού ρεύματος θα παραμείνουν αυξημένες στα τρέχοντα επίπεδα και τον χειμώνα, αλλά οι κίνδυνοι είναι μεγάλοι. Οι αυξήσεις αυτές στους καταναλωτές έρχονται και προστίθενται άλλο ένα στρώμα αβεβαιότητας, ειδικά όσον αφορά τις τιμές του φυσικού αερίου, καθώς η άνοδός τους υπολείπεται πολύ σε σχέση με αντίστοιχα επεισόδια του παρελθόντος. Αυτή η μετάδοση είναι πιθανό να οφείλεται σε διάφορους παράγοντες, όπως οι μακροπρόθεσμες συμβάσεις παράδοσης, η αντιστάθμιση κινδύνου και οι παρεμβάσεις των κυβερνήσεων.

Διαφορές μεταξύ χωρών

Υπάρχουν επίσης μεγάλες διαφορές μεταξύ χωρών όσον αφορά τη μετάδοση γενικά. Αυτό είναι επίσης το κλειδί για τον υπολογισμό του μεγέθους του κινδύνου τον οποίο αποτελούν οι τιμές της ενέργειας για την ανάκαμψη της κατανάλωσης. Για παράδειγμα, οι τιμές κατανάλωσης ενέργειας στην Ισπανία και το Βέλγιο ιστορικά απαντούν δύο φορές πιο έντονα στις υψηλότερες τιμές spot απ’ ό,τι η Γερμανία.

Η Oxford Economics εκτιμά ωστόσο ότι είναι απίθανο η μετάδοση να παραμείνει τόσο χαμηλή όσο ήταν τους τελευταίους μήνες. Το αυξανόμενο κόστος των ενεργειακών επιχειρήσεων θα περάσει τελικά στον καταναλωτή, εκτός εάν οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής αποζημιώσουν πλήρως τις επιχειρήσεις ή η αύξηση των τιμών αντιστραφεί πολύ πιο γρήγορα από το αναμενόμενο.

Το πλήγμα στην οικονομία από τα χαμηλότερα πραγματικά εισοδήματα ενδέχεται να ενισχυθεί λόγω της επιδείνωσης της εμπιστοσύνης των καταναλωτών, όπως προειδοποιεί η Oxford Economics. Επιπλέον, τα νοικοκυριά χαμηλού εισοδήματος θα δυσκολευτούν να αντισταθμίσουν αυτό το χτύπημα στο εισόδημά τους δαπανώντας τις αποταμιεύσεις τους. Αυτό θα επηρεάσει την κατανάλωση το χειμώνα, όταν οι αυξήσεις των τιμών θα είναι και μεγαλύτερες. Ωστόσο, πολλά εξαρτώνται από την απάντηση της δημοσιονομικής πολιτικής.

Πορεία ΑΕΠ

Οι χώρες που έχουν τις μεγαλύτερες αυξήσεις τιμών έχουν ανακοινώσει ή συζητούν αντίμετρα. Συνολικά, αυτές οι ενέργειες είναι πιθανότατα αρκετές μόνο για να αντισταθμίσουν ένα μικρό μέρος από το χτύπημα στα εισοδήματα. Έτσι ο οίκος προειδοποίει ότι μπορεί να υποβαθμίσει τις εκτιμήσεις του για την πορεία του ΑΕΠ της ευρωζώνης το 2022 κατά περίπου 0,2% στο 4,3%, αλλά με διαφορές μεταξύ χωρών, με τους κινδύνους για μεγαλύτερη καθοδική αναθεώρηση να αυξάνονται, όπως επισημαίνει.

Ο ακόμη υψηλότερος πληθωρισμός βραχυπρόθεσμα (στο 4% τοποθετείται για το δ’ τρίμηνο στην ευρωζώνη) θα ενισχύσει την πιθανότητα τερματισμού του PEPP της ΕΚΤ τον Μάρτιο, όπως εκτιμά ο οίκος. Τα “γεράκια” της ΕΚΤ μπορούν ακόμη και να πιέσουν για να αποτρέψουν μια αντισταθμιστική αύξηση των αγορών υπό το κλασσικό QE, το APP. Η Oxford Economics θεωρεί ωστόσο πως μία τέτοια εξέλιξη θα ήταν λάθος, δεδομένου ότι τα θέματα της προσφοράς εξακολουθούν να κυριαρχούν στη βραχυπρόθεσμη δυναμική του πληθωρισμού.

Συνολικά, πιστεύει ότι η αύξηση του πληθωρισμού θα είναι σε μεγάλο βαθμό παροδική και ότι η ευρωζώνη δεν θα φθάσει το 2% του πληθωρισμού σε σταθερή βάση πριν από τα μέσα της δεκαετίας του 2020, με την πρώτη αύξηση των επιτοκίων να αναμένεται έτσι στις αρχές του 2025.