της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Η Ελληνική οικονομία απειλείται από μεσοπρόθεσμες αβεβαιότητες

Η συνέχιση του ράλι στις τιμές των προϊόντων ενέργειας από τις αρχές του Σεπτέμβρη, αναμένεται να συνεχίζει να πιέζει το κόστος παραγωγής σε γεωργία, κτηνοτροφία, βιομηχανία και υπηρεσίες, κάνοντας ακριβότερα προϊόντα και υπηρεσίες.

Μέσα στις επόμενες εβδομάδες θα ενεργοποιηθούν στην πράξη τα μέτρα ανάσχεσης της ακρίβειας που εξήγγειλε ο Πρωθυπουργός από την Θεσσαλονίκη. Σε ό,τι αφορά το ηλεκτρικό ρεύμα, θα δημιουργεί το Ταμείο Μετάβασης και αν μαζί με την κρατική ΔΕΗ πειστούν και οι ιδιώτες πάροχοι, το 90% της αύξησης του ηλεκτρικού ρεύματος δεν θα περάσει στον τελικό καταναλωτή.

Στο επόμενο βήμα, το επιπλέον κόστος της φετινής θέρμανσής θα αναλάβει να τιθασεύσει το αυξημένο κατά 20% επίδομα θέρμανσης. Στόχος είναι να απορροφήσει ένα μέρος από την τεράστια αύξηση κατά 86% της τιμής του φυσικού αερίου αλλά και της αύξησης κατά 25%-28% της τιμής με την οποία θα διατεθεί το πετρέλαιο θέρμανσης για φέτος, φτάνοντας το 1,05-1,10 ευρώ το λίτρο από 0,85 ευρώ το λίτρο το 2020.

Βοηθητική για τους κτηνοτρόφους και κατ’ επέκταση και για τις τιμές στο κρέας, τα γαλακτοκομικά, τα αυγά θα είναι και η μείωση του ΦΠΑ για τις ζωοτροφές από το 13% στον υπερμειωμένο συντελεστή του 6%.

Η προσπάθεια για την ανάσχεση των ανατιμήσεων θα είναι δύσκολη υπόθεση

Στο θέμα του πετρελαίου, ομάδα χωρών του ΟΠΕΚ πιέζει για την αύξηση της παραγωγής για να υπάρξει αποσυμπίεση στις τιμές του αργού πετρελαίου και στη συνέχεια και στις τιμές των τελικών προϊόντων διύλισης.

Με το φυσικό αέριο, τα πράγματα είναι ακόμη πιο δύσκολα, καθώς η τεράστια αύξηση της ζήτησης λόγω της επανεκκίνησης των οικονομιών αλλά και της πράσινης μετάβασης της ηλεκτροπαραγωγής, δεν αντικρίζεται και από την ανάλογη προσφορά στην παραγωγή. Τούτο την στιγμή που όλη η Ευρώπη και η Ελλάδα γίνονται χρόνο με τον χρόνο όλο και περισσότερο εξαρτημένες από το φυσικό αέριο.

Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα

Η Ελλάδα ακολουθεί με μεγάλη καθυστέρηση την αύξηση των τιμών που έχει προηγηθεί σε όλη την υπόλοιπη Ευρώπη. Σε όρους εναρμονισμένου δείκτη τιμών καταναλωτή, δηλαδή του πληθωρισμού με τον τρόπο που υπολογίζεται για όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ, η Ελλάδα ακόμη και τον Αύγουστο ήταν πολύ χαμηλά. Όταν ο μέσος πληθωρισμός έφτασε στην Ευρωζώνη το 3% και στην ΕΕ το 3,2%, η Ελλάδα είχε εναρμονισμένο δείκτη στο 1,2%.

Σε όρους εθνικού δείκτη τιμών καταναλωτή όμως, από -2% τον περασμένο Ιανουάριο, ο πληθωρισμός πέρασε σε θετικό πρόσημο (0,1%) τον Μάιο και από εκεί και πέρα συνέχισε να αυξάνεται φτάνοντας τον Αύγουστο στο 1,9%. Για τον τρέχοντα μήνα αναμένεται να αυξηθεί ακόμη περισσότερο, διότι τα αποθέματα της άνοιξης σε βιομηχανικά προϊόντα, μέταλλα και πρώτες ύλες έχουν εξαντληθεί και αντικαθίστανται σε υψηλότερες τιμές.

Έτσι εξηγείται ο λόγος που οι τιμές στο ράφι του σούπερ μάρκετ, αλλά και στους πάγκους των λαϊκών αγορών, αλλάζουν συνέχεια τον τελευταίο καιρό. Οι συνεχείς ανατιμήσεις είναι ένα φαινόμενο για το οποίο κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πότε θα τελειώσει. Η επίσημη θέση του Ευρωπαϊκού Θεματοφύλακα του Πληθωρισμού, της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας είναι ότι το φαινόμενο είναι προσωρινό και η κατάσταση θα ισορροπήσει μόλις η προσφορά έρθει στα επίπεδα της ζήτησης.

Με αυτήν την θέση έχει ταυτιστεί και το υπουργείο Οικονομικών, παρακολουθώντας όμως με έντονο προβληματισμό την εξέλιξη των τιμών.

Καμπανάκι για όλα τα κρίσιμα πεδία της οικονομίας κρούει το Γραφείο Προϋπολογισμού της Βουλής. Με έκθεσή του προειδοποιεί ότι είναι ανέφικτη η επιστροφή της οικονομίας φέτος στα προ πανδημίας επίπεδα, ότι τα ελληνικά νοικοκυριά απειλούνται με συρρίκνωση της αγοραστικής τους δύναμης, καθώς και για μεσοπρόθεσμες αβεβαιότητες, οι οποίες σχετίζονται με σειρά κρίσιμων θεμάτων, από τη μελλοντική νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας έως την επανενεργοποίηση του Συμφώνου Σταθερότητας.

Συνιστά δηλαδή, την επιφυλακή ώστε να έχουν συνέχεια και βάθος οι συγκυριακοί, όπως αποδεικνύεται, παράγοντες αύξησης του ΑΕΠ του δεύτερου τριμήνου, στενή παρακολούθηση των δημοσίων οικονομικών και αναπροσαρμογή εισοδημάτων εάν εξακολουθήσει να ανεβαίνει ο τιμάριθμος, ούτως ώστε να μην υποβαθμιστεί η αγοραστική δυνατότητα των Ελλήνων.

Συγκεκριμένα, παράγοντες του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής τονίζουν ότι μπορεί μεν η ελληνική οικονομία να έτρεξε το δεύτερο τρίμηνο με ρυθμό 16,2%, ωστόσο είναι απαραίτητο, προκειμένου να υπάρξει πραγματική επιστροφή στα επίπεδα του 2019, να αγγίξει η φετινή ανάπτυξη το 9%, κάτι όμως το οποίο δεν θεωρείται εφικτό. Σχολιάζουν εν προκειμένω και ότι η επιστροφή στα προ πανδημίας επίπεδα θα πρέπει να υπολογιστεί όχι σε επίπεδο τριμήνων αλλά σε επίπεδο έτους αναφορικά με την πορεία της ανάπτυξης.

Ο πληθωρισμός απειλεί τα ευάλωτα νοικοκυριά

Όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης του Γραφείου Προϋπολογισμού της Βουλής, κατά το δεύτερο τρίμηνο ο πληθωρισμός έχει περάσει σε θετικό έδαφος από τον Ιούνιο φτάνοντας το 1,2% τον Αύγουστο, χωρίς ωστόσο να είναι ακόμη σαφές εάν και κατά πόσο η αυξητική τάση που παρουσιάζει διεθνώς θα περιοριστεί σε βραχυχρόνια περίοδο ή θα έχει και διάρκεια.

  1. Εάν συμβεί το πρώτο ενδεχόμενο (εάν δηλαδή οι πληθωριστικές πιέσεις έχουν βραχυχρόνια διάρκεια) και εφόσον δεν αναπροσαρμοστούν ανάλογα τα εισοδήματα-, θα προκύψει μείωση της αγοραστικής δύναμης που θα πλήξει περισσότερο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά.
  2. Εάν πάλι συμβεί το δεύτερο, τότε η μείωση της αγοραστικής δύναμης θα επιδεινωθεί και επιπρόσθετα θα αυξηθεί η πιθανότητα μεταστροφής της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ – χάρη στην οποία το Ελληνικό Δημόσιο αντιμετωπίζει ιδιαίτερα χαμηλά επιτόκια δανεισμού.

Προειδοποίηση για τα ελλείμματα

Με βάση τα δημοσιονομικά στοιχεία του επταμήνου, προκύπτει διεύρυνση του πρωτογενούς ελλείμματος από τα 7,5 δισ. ευρώ το περσινό επτάμηνο σε πάνω από 10,5 δισ. ευρώ φέτος, αντανακλώντας την επιβάρυνση των έκτακτων δημοσιονομικών παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας.

Η εξέλιξη έως το τέλος του έτους είναι αβέβαιη, καθώς, από τη μια πλευρά, λήγουν σταδιακά τα έκτακτα μέτρα, ενώ, από την άλλη, προστίθενται οι νέες παρεμβάσεις, ύψους περίπου 1,1 δισ. ευρώ, που δεν περιλαμβάνονταν στο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα. Με τα σημερινά δεδομένα, δεν αναμένεται σημαντική απόκλιση από τις προβλέψεις του μεσοπρόθεσμου (πρωτογενές έλλειμμα 12,3 δισ. ευρώ ή 7,2% του ΑΕΠ). Ενδεχόμενη δε απόκλιση του ελλείμματος σε ονομαστικούς όρους πιθανότατα θα αντισταθμιστεί σαν ποσοστό του ΑΕΠ χάρη στην ταχύτερη του αναμενόμενου οικονομική μεγέθυνση.

Σύμφωνα με την έκθεση, η πορεία των βραχυχρόνιων δεικτών οικονομικής δραστηριότητας και προσδοκιών δείχνει ότι η ανάκαμψη θα συνεχιστεί και το τρίτο τρίμηνο. Ωστόσο, η σχετικά γρήγορη επαναφορά της ελληνικής οικονομίας δεν θα πρέπει να λειτουργήσει καθησυχαστικά καθώς στηρίζεται σε έκτακτους παράγοντες, που δεν είναι βέβαιο ότι θα διατηρηθούν μεσοπρόθεσμα, όπως η γενική ρήτρα διαφυγής του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης και το έκτακτο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων λόγω της πανδημίας (PEPP) της ΕΚΤ.

Η επαναλειτουργία των περισσότερων οικονομικών δραστηριοτήτων, από την πλευρά της προσφοράς, σε συνδυασμό με τις συσσωρευμένες αποταμιεύσεις των νοικοκυριών και την επεκτατική δημοσιονομική πολιτική, από την πλευρά της ζήτησης, λειτούργησαν συμπληρωματικά προς την κατεύθυνση της επιτάχυνσης του ρυθμού μεγέθυνσης.

Ωστόσο, αφενός οι αποταμιεύσεις είναι πεπερασμένες, αφετέρου η επεκτατική δημοσιονομική πολιτική θα αναστραφεί με τη λήξη των έκτακτων μέτρων. Επιπλέον, ο κίνδυνος αναζωπύρωσης της πανδημίας δεν έχει εκλείψει οριστικά και το Γραφείο Προϋπολογισμού τονίζει την ανάγκη παρακολούθησης των βασικών μεγεθών πριν τη λήψη αποφάσεων συνέχισης της επεκτατικής οικονομικής πολιτικής με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα.

Μεσοπρόθεσμες αβεβαιότητες

Οι σημαντικότερες αβεβαιότητες είναι μεσοπρόθεσμες και αφορούν τα έτη από το 2022 και μετά. Ειδικά οι αποφάσεις της ΕΚΤ σε ό,τι αφορά το έκτακτο πρόγραμμα αγορών κρατικών ομολόγων αλλά και η αναθεώρηση των κανόνων του Συμφώνου Σταθερότητας θα καθορίσουν το πλαίσιο εντός του οποίου θα κινηθεί η ελληνική οικονομία και ειδικότερα η δημοσιονομική πολιτική.

Όπως εκτιμάται, η στάση που θα τηρήσει η ΕΚΤ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την πορεία του πληθωρισμού. Οι συντάκτες της έκθεσης υπογραμμίζουν ότι το PEPP έχει ημερομηνία λήξης, τον Μάρτιο 2022, και μένει να διευκρινιστούν τα επόμενα βήματα. Το Σύμφωνο Σταθερότητας που βρίσκεται σε αναστολή έως το τέλος του 2022, αποτελεί ήδη αντικείμενο συζήτησης. Οι κανόνες πρέπει να κινηθούν προς την κατεύθυνση της απλούστευσης και της μεγαλύτερης ευελιξίας, ώστε να λαμβάνουν υπόψη τις ειδικές συνθήκες που αντιμετωπίζει κάθε κράτος – μέλος.

Να σημειωθεί ότι, ανεξάρτητα από τις εξωτερικές συνθήκες, η χώρα πρέπει να σχεδιάσει τη διαδικασία επαναφοράς στη δημοσιονομική ισορροπία προκειμένου να απορροφήσει μεσοπρόθεσμα τους κραδασμούς από την πανδημία, χωρίς να επιβραδύνει την ανάκαμψη. Γι’ αυτό, απαιτείται γρήγορη απορρόφηση και αποδοτική αξιοποίηση των πόρων του ευρωπαϊκού ταμείου ανάκαμψης, οι τομείς που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι ανωτέρω πόροι περιλαμβάνουν τις επενδύσεις στη μακροπρόθεσμη ενίσχυση της δημόσιας Υγείας, τις επενδύσεις βελτίωσης του περιβάλλοντος και καταπολέμησης των συνεπειών της κλιματικής αλλαγής, καθώς και τις επενδύσεις σε εφαρμογές ψηφιακού μετασχηματισμού, σε ταχύτερη απονομή δικαιοσύνης και ενίσχυσης της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.