του Ανδρέα Κωνσταντάτου

Η πρώτη δημοσκόπηση της MRB για το Σεπτέμβριο, μας έδωσε μια εικόνα, πως η κοινή γνώμη αποτύπωσε τα γεγονότα του καλοκαιριού, τις πυρκαγιές, το στραβοπάτημα στον ανασχηματισμό, αλλά και τη διαχείριση της πανδημίας από την κυβέρνηση.

Ο χρόνος για να αφομοιώσει και να επεξεργαστεί τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, ίσως να μην ήταν ικανοποιητικός, γι αυτό καλύτερη εικόνα θα έχουμε το επόμενο διάστημα, αφού και ο κ. Τσίπρας καταθέσει την δική του οικονομική πρόταση για την επόμενη χρονιά.

Ωστόσο μερικά συμπεράσματα μπορούν να διατυπωθούν.

Σύμφωνα με τη δημοσκόπηση της MRB που παρουσίασε το STAR, χωρίς αναγωγή επί των εγκύρων, η ΝΔ βρίσκεται στο 34,6% έναντι ποσοστού 36,7% στην εξαμηνιαία έρευνα της ίδιας εταιρείας τον Ιούλιο του 2021 με απώλειες 2,1%

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται στα ίδια ποσοστά 23,7% τώρα, 23,8% με τη δημοσκόπηση του Ιουλίου.

Η κυβέρνηση, αυτό το καλοκαίρι, βρέθηκε για πρώτη φορά σε θέση άμυνας απέναντι στην κοινωνία και τους πολιτικούς της αντιπάλους. Ο πρωθυπουργός παραδέχτηκε, ορισμένα λάθη της κατά τη συνέντευξη τύπου στη ΔΕΘ και επιχείρησε να διορθώσει την εικόνα της με τις εξαγγελίες του. Αν το κατορθώσει ή όχι θα το δούμε όταν τα μέτρα θα αρχίσουν να εφαρμόζονται.

Αλλά ακόμα και σ΄αυτή την κακή περίοδο για την κυβέρνηση, ο ΣΥΡΙΖΑ αδυνατεί να εισπράξει τη φθορά της. Και αυτό δείχνει και η διαφορά μεταξύ των δύο κομμάτων που παραμένει σε διψήφιο ποσοστό, από 12,9 τον Ιούλιο σε 10,9 το Σεπτέμβριο χωρίς αναγωγή.

Αλλά ούτε και το “Κίνημα Αλλαγής” εισπράττει από την κυβερνητική φθορά, παραμένει στο 7% όσο είχε καταγράψει και τον Ιούλιο.

Στο βασικό ερώτημα, για τη γενική εικόνα της κυβέρνησης το 39,9% δηλώνει ικανοποιημένο, ενώ στο αντίστοιχο ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ ικανοποιημένο από την πολιτική του είναι μόνο το 25,1%.

Στην ουσία αυτά τα ποσοστά δείχνουν και το εύρος της αποδοχής των δύο κομμάτων αυτή την περίοδο στην κοινωνία. Η ΝΔ βρίσκεται ακριβώς, στο ποσοστό της εκλογικής νίκης της το 2019, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ υπολείπεται περισσότερο από έξι μονάδες. Έχει βαλτώσει σε χαμηλά ποσοστά και ίσως αυτός να είναι και ο κύριος λόγος που ο κ.Τσίπρας δεν ζητάει εκλογές.

Πίσω από τις δημοσκοπικές απώλειες, κυβερνητικά στελέχη, βλέπουν όμως και μια άλλη παράμετρο την οποία λαμβάνουν πια υπόψη τους στις αναλύσεις τους. Το μείζον πρόβλημα που έχει προκύψει από την άρνηση ενός μεγάλου ποσοστού του πληθυσμού να εμβολιαστεί. Τα μέτρα που έλαβε η κυβέρνηση, προκειμένου, από τη μια μεριά να τους οδηγήσει στον εμβολιασμό και από την άλλη να προστατεύσει το γενικό πληθυσμό, από τη μετάδοση της πανδημίας, έχουν ληφθεί από μερίδα των αντιεμβολιαστών, ως τιμωρητικά και ατιμωτικά και τα σχόλια που αναρτούν στα social media, είναι απολύτως ενδεικτικά της αντιπαλότητας και της εχθρότητας προς την κυβέρνηση, που σημαίνει πως υπάρχει ένα πολιτικό κόστος, αναγκαίο φυσικά, που μεταφράζεται όμως και σε δημοσκοπικές απώλειες. Αυτή τη στιγμή η Ελλάδα προχωρά με σημειωτόν στον εμβολιασμό, με τις είκοσι χιλιάδες ημερησίως, έναντι των εκατό χιλιάδων της άνοιξης και είναι ζήτημα αν θα ξεπεράσουμε το 65% στο γενικό πληθυσμό της χώρας.

Άρα οι εκτιμήσεις που κάνουν λόγο για ένα ποσοστό αρνητών κοντά στο 30% δεν είναι μακριά από την πραγματικότητα . Σ αυτή τη μεγάλη ομάδα, που πολλά κόμματα ακόμα “χαϊδεύουν” για τις ψήφους της, η κυβέρνηση, δεν μπορεί να παρέμβει συμφιλιωτικά, με άρση των περιορισμών, τουλάχιστον ακόμα. Ο πρωθυπουργός ήταν σαφής στη ΔΕΘ στη γραμμή που έδωσε και στο κόμμα και στην κοινωνία. “Είμαστε με τους ορθολογιστές” είπε και δεν έχει λόγο να αλλάξει ρότα. Έτσι κι αλλιώς είναι οι περισσότεροι και αυτοί που τελικά δικαιώνονται.

Πηγή: afteroffice.gr