της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Μεταξύ των νέων μέτρων στήριξης που ανακοινώθηκαν στην 85η ΔΕΘ και τις εξειδικεύσεις των επιμέρους παρεμβάσεων, η πληροφορία που «μοιράστηκε» ο υπουργός Οικονομικών με την αγορά πέρασε χωρίς συζήτηση. Το «ταμείο» του ελληνικού δημοσίου έχει αυτή τη στιγμή υπόλοιπο 40 δισ. ευρώ.

Με τον κύριο όγκο των εξόδων για την αντιμετώπιση της πανδημίας να έχει ήδη γίνει, ο λογαριασμός εκτιμάται ότι θα παραμείνει «φουσκωμένος» για πολύ καιρό ακόμη. Αυτό σημαίνει ότι το ποσό των 40 δις. ευρώ συνιστά μια πανευρωπαϊκή πρωτιά χωρίς να είναι βέβαιο αν υπάρχει και άλλη χώρα παγκοσμίως που να διαθέτει ρευστότητα ίση με πάνω από το 21-22% του ΑΕΠ. Επίσης, σημαίνει ότι η Ελλάδα μπορεί να αποπληρώσει τις δανειακές της υποχρεώσεις για τουλάχιστον τρία χρόνια ακόμη και δεν «εκδώσει» ούτε ένα ομόλογο.

Ο στόχος απέχει από την πραγματικότητα καθώς θα έπρεπε να συνεχιστεί μια έντονη εκδοτική δραστηριότητα, να υπάρξουν νέες κινήσεις στην κατεύθυνση της αναχρηματοδότησης του χρέους που θα φέρουν το ετήσιο κόστος εξυπηρέτησης (δηλαδή τους τόκους) σε ακόμη χαμηλότερα επίπεδα και, καλώς εχόντων των πραγμάτων, να ολοκληρωθεί το πρόγραμμα δανεισμού του 2022 (θα είναι και πάλι της τάξεως των 10-12 δις. ευρώ) μέσα στους πρώτους μήνες της επόμενης χρονιάς. Αρκεί ένα «νεύμα» της ΕΚΤ ότι θα βρεθεί λύση για τα ελληνικά ομόλογα μετά το τέλος του προγράμματος επαναγοράς κρατικών χρεογράφων (του λεγόμενου PEPP) για να κρατηθεί το κόστος δανεισμού χαμηλά και το ταμείο της χώρας γεμάτο.

Εντείνεται η πίεση

Ο βαθμός πίεσης θα αρχίσει να αυξάνει σταδιακά και αναμένεται να κορυφωθεί από τις αρχές της επόμενης χρονιάς. Από 1/1/2022 θα πάψουν ουσιαστικά να υπάρχουν «παγωμένα» χρέη και περίοδοι χάριτος. Οι επιδοτήσεις μέσω των δύο προγραμμάτων «Γέφυρα» θα έχουν καταβληθεί, η περίοδος μηδενικών καταβολών για τις οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία θα έχει τελειώσει, απαιτητό θα ξεκινήσει να καθίσταται το επιστρεπτέο τμήμα των 7 φάσεων των επιστρεπτέων προκαταβολών, ενώ δεν θα υπάρχουν δανειακές υποχρεώσεις σε «αναστολή».

Χιλιάδες προσφυγές στον νόμο Κατσέλη θα έχουν εκδικαστεί, κάτι που σημαίνει ότι θα εφαρμόζονται οι δικαστικές αποφάσεις, ενώ θα έχουν επιτευχθεί και οι πρώτες χιλιάδες συμφωνίες στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού διευθέτησης οφειλών, κάτι που σημαίνει ότι θα ξεκινάει η καταβολή των υποχρεώσεων σε έως και 240 δόσεις (ή και έως 480 δόσεις για τα χρέη προς τις τράπεζες).

Κεφάλαια ύψους άνω των 5 δισ. ευρώ που δόθηκαν μέσω των επιστρεπτέων προκαταβολών θα ξεκινήσουν από 1/1/2022 να αποπληρώνονται. Το ίδιο θα πρέπει να γίνει και με οφειλές προς την εφορία και τα ασφαλιστικά ταμεία άνω των 2,2 δισ. ευρώ, οι οποίες θα πρέπει να καταβληθούν με τη «βοήθεια» της καινούργιας ρύθμισης των 72 δόσεων, που όμως αφορά μόνο τους «κορωνόπληκτους».

Έχει αρχίσει να εκπνέει η περίοδος επιδότησης των δόσεων στεγαστικών δανείων που δόθηκε από το κράτος μέσω του προγράμματος «Γέφυρα». Κάτι που σημαίνει ότι το βάρος της πλήρους καταβολής της δόσης «επιστρέφει» στον δανειολήπτη και μάλιστα με τη δαμόκλειο σπάθη της υποχρεωτικής καταβολής της δόσης για χρονικό διάστημα 6 έως 18 μηνών (όσοι επιδοτήθηκαν μέσω του «Γέφυρα» είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν τη δόση για τους επόμενους 6 έως 18 μήνες ανάλογα με την κατηγορία του δανείου, καθώς σε διαφορετική περίπτωση αναζητείται πίσω από το κράτος το συνολικό ποσό της επιδότησης που δόθηκε επί 9μηνο).

Δεκάδες χιλιάδες δανειολήπτες που κατέφυγαν στον νόμο Κατσέλη έχουν επαναπροσδιορίσει τη δικάσιμο ημερομηνία, άρα πολύ σύντομα θα γνωρίζουν τι μέλλει γενέσθαι με τις δικές τους δανειακές υποχρεώσεις.

Σταδιακά, οι εκατοντάδες χιλιάδες δανειολήπτες που «πάγωσαν» τα δάνειά τους μέσα στην πανδημία καλούνται πλέον από τις τράπεζες να αρχίσουν και πάλι να πληρώνουν τις δόσεις τους έστω και με… ευκολίες πληρωμής (προγράμματα μειωμένης δόσης κ.ά.).

Η εικόνα ολοκληρώνεται και με την έναρξη της διαδικασίας υποβολής αιτήσεων στον εξωδικαστικό μηχανισμό διευθέτησης οφειλών, μέσω του οποίου μπορούν να τακτοποιηθούν συνολικά τα χρέη προς Δημόσιο και τράπεζες σε έως και 240 δόσεις. Η υποβολή της αίτησης δεν είναι πάντοτε πρωτοβουλία του ίδιου του οφειλέτη, αλλά και αποτέλεσμα της «πίεσης» των πιστωτών (κυρίως των τραπεζών) να κλείσουν οι εκκρεμότητες.