της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Ελληνικές τράπεζες

Παρά το γεγονός ότι οι ελληνικές τράπεζες θα έπρεπε να είχαν ήδη εφαρμόσει αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις, εντούτοις έχουν αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο, καθώς θέλουν να αποφύγουν ρήξη με τους πελάτες και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις, με αλυσιδωτές παρενέργειες στην κοινωνία και την ίδια την οικονομία στην οποία δραστηριοποιούνται.

Οι καταθέσεις σήμερα κοστίζουν στις ελληνικές τράπεζες περίπου 50 μονάδες βάσης, καθώς είναι υποχρεωμένες να καταθέτουν σε καθημερινή βάση υπερβάλλουσα ρευστότητα δισ. ευρώ στην ΕΚΤ με αρνητικά επιτόκια. Την ίδια στιγμή, τα επιτόκια καταθέσεων είναι οριακά θετικά (γύρω στο 0,05%), δηλαδή θα πρέπει να επιστρέψουν τα χρήματα στους καταθέτες χωρίς απώλειες ή με έναν μικρό έστω τόκο.

Αρνητικά επιτόκια

Το κόστος αυτό για τις τράπεζες αντισταθμίζεται κυρίως από το επιτοκιακό περιθώριο, δηλαδή τη διαφορά επιτοκίων μεταξύ καταθέσεων και χορηγήσεων, τις προμήθειες και τις επενδύσεις τους (π.χ. σε ομόλογα, συνάλλαγμα κ.ά.). Η απόφαση να μην περάσουν τα αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις περιορίζει το περιθώριο μείωσης των επιτοκίων στα δάνεια και τη μείωση στις προμήθειες.

Σύμφωνα με αποσαφηνίσεις υψηλόβαθμων τραπεζικών στελεχών, στην Ελλάδα υπάρχει η εξής ιδιομορφία, η οποία αναμένεται να οδηγήσει σε μικρή μείωση των επιτοκίων καταθέσεων και σε μια μεγαλύτερη πτώση των επιτοκίων στις χορηγήσεις, κυρίως προς τις επιχειρήσεις. Ταυτόχρονα, θα εξακολουθεί η τάση μείωσης των χρεώσεων. Ο λόγος είναι ότι με τη χορήγηση ενός δανείου αντισταθμίζεται μεγάλο μέρος του κόστους από τις καταθέσεις.

Στην Ελλάδα ισχύει και η εξής ιδιαιτερότητα:

  • Η υψηλή ρευστότητα, η αβεβαιότητα λόγω πανδημίας, αλλά και εποχικοί λόγοι κρατούν τη ζήτηση για δάνεια σε χαμηλότερα επίπεδα από την αναμενόμενη. Όμως η ζήτηση για δάνεια αναμένεται να ενισχυθεί σημαντικά στα επόμενα τρίμηνα λόγω της ισχυρής ανάπτυξης και των επενδύσεων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, σε συνδυασμό με την άνοδο όλης της αγοράς (κατανάλωση, αγορά ακινήτων, κ.λπ.).

Πράγμα το οποίο εξηγεί πως οι ελληνικές τράπεζες έχουν κάθε λόγο να δίνουν δάνεια προκειμένου να αντισταθμίζουν κόστος από τις καταθέσεις και να βγάζουν επιπλέον κέρδη. Είναι ξεκάθαρο πως ο ανταγωνισμός στη χορήγηση δανείων θα είναι ισχυρός, με τη μάχη της καλύτερης τιμολόγησης να περιορίζεται στους καλούς και μεγάλους πελάτες. Καλοί πελάτες είναι αυτοί που πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια. Μεγάλοι πελάτες θεωρούνται μεγάλες επιχειρήσεις, οι οποίες πληρούν τα τραπεζικά κριτήρια και τα κριτήρια χρηματοδότησης επενδυτικών σχεδίων μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης.

Ανταγωνισμός τραπεζών

Σύμφωνα με τις τράπεζες, αυτοί οι καλοί και μεγάλες πελάτες δεν είναι πολλοί. Για το Ταμείο Ανάπτυξης, οι τράπεζες δεν εντοπίζουν περισσότερες από 10.000 επιχειρήσεις, που μπορεί δυνητικά (με την άνοδο των εργασιών) να φτάσουν τις 30.000. Επιπλέον, είναι προτιμότερο για μια τράπεζα να δώσει ένα μεγάλο δάνειο σε μια επιχείρηση που πληροί τα κριτήρια, παρά πολλά μικρά δάνεια σε ιδιώτες.

Αν αναλογιστεί κανείς όλα τα παραπάνω προκύπτει ότι θα ενταθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ τραπεζών, με μικρότερα επιτόκια δανείων και γενικότερα καλύτερους όρους σε λίγους πελάτες. Άρα, εκεί η πτώση των επιτοκίων θα είναι μεγάλη. Για να αντισταθμιστεί, τώρα, η όποια απώλεια από τη μείωση των επιτοκίων στα δάνεια, θα πρέπει να ψαλιδιστούν λίγο ακόμα τα επιτόκια καταθέσεων. Κι αυτό διότι ο ανταγωνισμός ναι μεν θα εστιαστεί στις επιχειρήσεις, ωστόσο θα περάσει και στα δάνεια προς αξιόχρεους ιδιώτες (στεγαστικά, καταναλωτικά, ελευθέρων επαγγελματιών, συγχρηματοδοτούμενα όπως το “Εξοικονομώ”).  Όσο περισσότερα είναι τα δάνεια, τόσο μεγαλύτερα τα κέρδη από το επιτοκιακό περιθώριο.

Ακόμα πιο δύσκολη στην Ελλάδα γίνεται η παραπάνω εξίσωση, λόγω του μικρότερου δείκτη δανείων προς καταθέσεις. Είναι ενδεικτικό ότι η χρηματοδότηση προς το σύνολο της οικονομίας ανέρχεται σε 193 δισ. ευρώ, με τη χρηματοδότηση προς τον ιδιωτικό τομέα στα 122 δισ. ευρώ, με τις συνολικές καταθέσεις στα 180 δισ. και 172 δισ. αντίστοιχα.

Δηλαδή οι καταθέσεις είναι περισσότερες από τα δάνεια κατά περίπου 50 δισ. ευρώ στον ιδιωτικό τομέα και κατά 13 δισ. στο σύνολο της οικονομίας. Αυτή η υπερβάλλουσα ρευστότητα τοκίζεται με αρνητικό επιτόκιο 0,5% από την ΕΚΤ. Συνεπώς, υπάρχει ακόμα ένας λόγος για χορήγηση περισσότερων δανείων, για την αντιστάθμιση του κόστους από τις καταθέσεις. Διότι το αρνητικό επιτόκιο της ΕΚΤ εφαρμόζεται σε μεγαλύτερο ποσό σε σχέση με το υπόλοιπο των δανείων.

Νέα δάνεια

Το χαμηλό ποσοστό δανείων προς καταθέσεις είναι και αποτέλεσμα της υποτονικής πιστωτικής επέκτασης (παρά την υπερβάλλουσα ρευστότητα), λόγω της πανδημικής κρίσης, της εποχικότητας και του παραγωγικού μοντέλου της πλειονότητας των ελληνικών επιχειρήσεων. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι, παρά τις εκταμιεύσεις νέων δανείων περίπου 7 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο μόνο από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, η πιστωτική επέκταση προς τον ιδιωτικό τομέα παραμένει αρνητική, λόγω των μεγαλύτερων αποπληρωμών δανείων.

Στο πρώτο εξάμηνο η πιστωτική επέκταση προς τις επιχειρήσεις μειώθηκε κατά 4,1% σε ετήσια βάση, ενώ προς τα νοικοκυριά μειώθηκε κατά 2,5%. Στις μεταβολές των υπολοίπων θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων (πώληση δανείων), οι συναλλαγματικές διαφορές και οι διαγραφές. Μόνο το πρόγραμμα Ηρακλής 1 περιλαμβάνει τιτλοποιήσεις κόκκινων δανείων 32 δισ. Επιπλέον έχουν γίνει διαγραφές δανείων άνω των 5 δισ..

Σύμφωνα με εκτιμήσεις τραπεζικών στελεχών, στα δύο επόμενα τρίμηνα δεν αποκλείεται να δούμε περαιτέρω συρρίκνωση της πιστωτικής επέκτασης λόγω εποχικότητας, μολονότι αναμένεται, κατά την ίδια περίοδο, αύξηση της συνολικότερης ζήτησης για δάνεια. Έτσι, παρά το γεγονός ότι οι τράπεζες θα συνεχίσουν τις νέες εκταμιεύσεις με τον ίδιο ή με υψηλότερο ρυθμό από το πρώτο εξάμηνο, ενδεχομένως στο κλείσιμο του έτους η πιστωτική επέκταση να παραμείνει χαμηλότερα από την αναμενόμενη.

Η εποχικότητα και οι αποπληρωμές μεγάλων δανείων στα δύο επόμενα τρίμηνα συνδέονται κυρίως με επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον χώρο του τουρισμού, όπως ξενοδοχεία, εστίαση, μεταφορές κ.λπ. Οι επιχειρήσεις αυτές συνήθως προχωρούν σε αναδιάρθρωση υποχρεώσεων και σε νέο δανεισμό πριν από την έναρξη της τουριστικής περιόδου. Με το κλείσιμο της σεζόν και με τη ρευστότητα που έχουν αποκτήσει αποπληρώνουν τα δάνεια ή μεγάλο μέρος τους ώστε να αποφύγουν τους τόκους κατά τη χειμερινή περίοδο. Πράγματι, κατά το πρώτο τρίμηνο φέτος παρατηρήθηκαν αναδιαρθρώσεις χρέους και νέες εκταμιεύσεις κυρίως μέχρι τον Απρίλιο. Μάλιστα, φέτος η ζήτηση ήταν περιορισμένη, λόγω αβεβαιότητας εν όψει της επανεκκίνησης της οικονομίας και της πορείας του τουρισμού λόγω COVID.

Οι τράπεζες περιμένουν αύξηση της ζήτησης για επιχειρηματικά, στεγαστικά και καταναλωτικά δάνεια στα επόμενα δύο τρίμηνα. Η ζήτηση αυτή θα προέλθει από τις επενδύσεις μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης, το αυξημένο ενδιαφέρον για την αγορά ακινήτων και αυτοκινήτου, που συμπαρασύρουν ανοδικά και την καταναλωτική πίστη. Παρ’ όλα αυτά, ο περιορισμένος αριθμός αξιόχρεων πελατών και η συντηρητική στροφή από τα νοικοκυριά, σε συνδυασμό με την αυξημένη ρευστότητα, ίσως να επιτρέψουν στις τράπεζες να εκταμιεύσουν περισσότερα νέα δάνεια από τον αρχικό τους στόχο για το 2021, που ήταν γύρω στα 15 δισ. ευρώ. Ακόμα κι αν επιτευχθεί ο στόχος αυτός ή ξεπεραστεί κατά τι, η συνολική πιστωτική επέκταση πάλι εκτιμάται ότι θα κλείσει αρνητική (ή οριακά μηδενική) λόγω των μεγάλων αποπληρωμών που έχουν πραγματοποιηθεί και αυτών που αναμένονται μέχρι τέλος του έτους. Όλα αυτά αρκεί να μην υπάρξει κάποιος ανατρεπτικός παράγοντας, όπως, για παράδειγμα, με την πορεία της μετάλλαξης Δέλτα.

Η ευρωπαϊκή εμπειρία και η ελληνική πραγματικότητα

Σε περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων συμπιέζεται το επιτοκιακό περιθώριο, λόγω ρευστότητας και ανταγωνισμού, κάτι που επηρεάζει αρνητικά την κερδοφορία των τραπεζών. Από την άλλη πλευρά, όπως αναφέρουν αναλύσεις της ΕΚΤ, τα αρνητικά επιτόκια αντισταθμίζουν την απώλεια αυτή των τραπεζών από υψηλότερη ζήτηση για χορηγήσεις δανείων, τα οποία ενισχύουν την κατανάλωση, τις επενδύσεις και την απασχόληση. Δηλαδή ενισχύεται ο τζίρος της οικονομίας στην οποία δραστηριοποιούνται οι τράπεζες.

Στην Ελλάδα, το επιτοκιακό περιθώριο στο σύνολο των υφιστάμενων καταθέσεων και χορηγήσεων μειώθηκε από τις 3,67 ποσοστιαίες μονάδες τον Δεκέμβριο του 2020 στις 3,55 ποσοστιαίες μονάδες τον Ιούλιο 2021. Ωστόσο, στις νέες καταθέσεις και τα νέα δάνεια το επιτοκιακό περιθώριο αυξήθηκε από τις 3,70 στις 3,94 ποσοστιαίες μονάδες.

Σύμφωνα με τις τράπεζες, αυτό ήταν αποτέλεσμα κυρίως της αύξησης του κινδύνου λόγω COVID και lockdown (και επικείμενα νέα κόκκινα δάνεια), σε συνδυασμό με ανησυχίες για αύξηση επιτοκίων και πληθωρισμού που είχαν εμφανιστεί στο πρώτο μισό του 2021. Οι ίδιες πηγές σημειώνουν ότι ήδη τα τρέχοντα στοιχεία δείχνουν περιορισμό του επιτοκιακού περιθωρίου, κάτι το οποίο έχει επισημανθεί κατά τις παρουσιάσεις των τραπεζών στους ξένους αναλυτές, καθώς από αυτό επηρεάζεται η κερδοφορία (έσοδα από τόκους).

Οι προμήθειες δεν αναμένεται να αυξηθούν, αλλά οι τράπεζες περιμένουν αύξηση εσόδων λόγω ενίσχυσης των εργασιών (συμβουλευτική, συναλλαγές, private banking, wealth management κ.λπ.). Σε ό,τι αφορά τα κέρδη από συναλλαγές με ομόλογα, ήδη οι τράπεζες έχουν καταγράψει σημαντικά κέρδη. Ωστόσο, εκτιμάται ότι οι κινήσεις αυτές θα γίνονται πιο συγκρατημένα στα επόμενα τρίμηνα, καθώς οι τράπεζες κατέχουν μεγάλο όγκο ελληνικών ομολόγων και είναι εκτεθειμένες σε σημαντικό κίνδυνο στην περίπτωση που κινηθεί ανοδικά η καμπύλη των αποδόσεων (πτώση τιμών ομολόγων).

Στην Ελλάδα οι τράπεζες είναι συνδεδεμένες με το retail

Όπως εξηγούν κορυφαία τραπεζικά στελέχη, η επιβολή αρνητικών επιτοκίων στις καταθέσεις είναι απίθανη, καθώς θα προκαλέσει θύελλες αντιδράσεων από τους πελάτες, την κοινωνία και την Πολιτεία. Η Ελλάδα δεν είναι Ελβετία, ούτε υπάρχει η κουλτούρα των αρνητικών αποδόσεων στις αποταμιεύσεις. Στην Ελλάδα οι τράπεζες είναι μικρότερου μεγέθους και είναι κυρίως συνδεδεμένες με το retail, δηλαδή τους ιδιώτες πελάτες- καταθέτες και δανειολήπτες.

Αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, όπου σε 13 χώρες της Ευρωζώνης τα αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις αποτελούν πραγματικότητα, η εξέλιξη δεν είχε θετική αποδοχή. Το αντίθετο. Δανία και Γερμανία αποτελούν πρόσφατες και χαρακτηριστικές περιπτώσεις της δυσφορίας. Σήμερα ισχύουν αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις σε Βέλγιο, Γερμανία, Ιρλανδία, Γαλλία, Ιταλία, Κύπρο, Λιθουανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Αυστρία, Σλοβακία, Σλοβενία και Φινλανδία.

Προβλήματα που επιφέρουν τα αρνητικά επιτόκια

Στις περισσότερες περιπτώσεις τα αρνητικά επιτόκια αφορούν καταθέσεις επιχειρήσεων που κυμαίνονται μεταξύ -0,02% έως -0,48%. Τα αρνητικά επιτόκια στις καταθέσεις νοικοκυριών (Βέλγιο, Γερμανία, Αυστρία, Σλοβενία) κυμαίνονται μεταξύ -0,01% και -0,25%.

Με τα αρνητικά επιτόκια προκαλείται, επίσης, μετατόπιση κεφαλαίων σε εναλλακτικές επενδύσεις, όπως αμοιβαία κεφάλαια, αποταμιευτικά και ασφαλιστικά προγράμματα, στην αγορά ακινήτων, σε μετοχές, σε ομόλογα, σε εμπορεύματα και μέταλλα κ.ά. Κάτι το οποίο ήδη έχει συμβεί στην Ελλάδα. Στο διάστημα Ιανουαρίου-Μαΐου 2021 η παραγωγή ασφαλίστρων ανήλθε σε 1,8 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 10,4% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2020, με τις ασφάλειες ζωής να κατέχουν την πρώτη θέση σε ποσοστό αύξησης (20,2%). Στα αμοιβαία κεφάλαια έχουν εισρεύσει 1,6 δισ. ευρώ στο επτάμηνο του 2021.

Επιπλέον, δημιουργούνται παρενέργειες στην αγορά και την οικονομία. Αυξάνεται η ζήτηση για δάνεια, ενισχύεται η κατανάλωση και η δυναμική για επενδύσεις, με επιπτώσεις σε πληθωρισμό, απασχόληση, κόστος παραγωγής, ανταγωνιστικότητα και ισοζύγιο πληρωμών.

Αλλά η αναζήτηση τρόπων αποφυγής αρνητικών επιτοκίων είναι εντυπωσιακή και μπορεί να ξεφεύγει από τις παραδοσιακές διεξόδους (κατανάλωση, εναλλακτικές επενδύσεις κ.λπ.). Η Ιρλανδία, όταν πρωτοεμφανίστηκαν τα αρνητικά επιτόκια, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ιδιώτες και επιχειρήσεις προχωρούσαν σε προπληρωμές φόρων ώστε να λαμβάνουν τα χρήματά τους στο ακέραιο με την επιστροφή φόρων, αποφεύγοντας τις καταθέσεις. Κάτι το οποίο προκάλεσε ασφυξία στο σύστημα επιστροφών.

Πηγές ρευστότητας

Στην Ελλάδα υπάρχει μια συνολική αύξηση της ρευστότητας που αγγίζει τα επίπεδα-ρεκόρ από την ένταξη στο ευρώ. Η συνολική ρευστότητα (εντός και εκτός τραπεζών και άλλων χρηματοοικονομικών κλάδων) υπολογίζεται σε 218,8 δισ. ευρώ, ενώ χωρίς τα χρήματα που βρίσκονται εκτός τραπεζικού συστήματος σε 185,8 δισ. ευρώ.

Μέχρι τον Απρίλιο η ενίσχυση της ρευστότητας ήταν κυρίως αποτέλεσμα των επιστρεπτέων προκαταβολών και άλλων μέτρων στήριξης που, μεταξύ άλλων, στήριξαν την απασχόληση και τη ροή μισθοδοσίας. Ταυτόχρονα, υπήρχε αναγκαστική μείωση της κατανάλωσης και αβεβαιότητα.

Από τον Μάιο-Ιούνιο και μετά, δηλαδή από το άνοιγμα της αγοράς, η δημιουργία ρευστότητας εντάθηκε κυρίως από:

  • Χρονική μετάθεση και διευκολύνσεις στις πληρωμές φόρων (εισοδήματος και ΕΝΦΙΑ) που παραμένουν σε χαμηλότερα επίπεδα σε σύγκριση με αντίστοιχες περιόδους των προηγούμενων ετών.
  • Αύξηση του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων κατά 3,5 δισ. ευρώ το β’ τρίμηνο και μόνο τον Ιούνιο κατά 4,2 δισ. ευρώ, σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του 2020, όπως παρατηρεί πρόσφατη έκθεση της Εθνικής Τράπεζας για τις εκτιμήσεις του ΑΕΠ.
  • Τα επίπεδα απασχόλησης, τα οποία έστω και με την εποχική στήριξη λόγω τουρισμού προσεγγίζουν τα επίπεδα του 2019.
  • Τη φάση επανεκκίνησης της οικονομίας, κατά την οποία οι επιχειρήσεις είναι φειδωλές σε παραγγελίες και καθυστερούν τους χρόνους αποπληρωμής, οπότε κερδίζουν ρευστότητα ακόμα και εν μέσω αύξησης των εξαγωγών.
  • Την κατανάλωση των νοικοκυριών, τα οποία ξοδεύουν ολοένα και περισσότερο, χωρίς, όμως να έχουν προσεγγίσει ακόμα τα επίπεδα προ κρίσης.
  • Τον τουρισμό, που αλλοιώνει σε κάποιο βαθμό την εικόνα των καταθέσεων μεταξύ νοικοκυριών και επιχειρήσεων, καθώς σε καταθέσεις νοικοκυριών εισέρχεται μέρος από εισοδήματα από ενοικιαζόμενα δωμάτια, εστίαση και άλλα επαγγέλματα.
  • Την εισροή κεφαλαίων στην ελληνική αγορά κυρίως στο real estate, στην κεφαλαιαγορά και στον χρηματοοικονομικό τομέα (π.χ. τιτλοποιήσεις δανείων και πώληση σε funds), αλλά και μέσω του τουρισμού.
  • Τα προγράμματα ενίσχυσης ρευστότητας από την ΕΚΤ (δεν φτάνουν άμεσα στον ιδιωτικό τομέα, αλλά επηρεάζουν τη ρευστότητα της γενικής κυβέρνησης).
  • Το κομμάτι της παραοικονομίας, το οποίο αυξάνεται μαζί με την άνοδο της οικονομίας, όπως δείχνουν τα νομισματικά μεγέθη Μ0, Μ1, Μ2 και Μ3.