της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

Άγγιξε τα 344,156 δισ. το χρέος

Το χρέος στο A’ τρίμηνο του 2020 άγγιξε τα 329,616 δισ. ευρώ, ενώ ανήλθε στο επίπεδο των 344,156 δισ. στα τέλη του Α’ τριμήνου του 2021, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Τι εκτιμούν για τη βιωσιμότητα ΤτΕ και ΔΝΤ

Κατά 14,5 δισ. ευρώ, ή σχεδόν κατά 9 μονάδες του ΑΕΠ του 2020, αυξήθηκε το ελληνικό χρέος κατά τη διάρκεια της πανδημίας,. Μεταξύ του α’ τριμήνου 2020 και του α’ τριμήνου 2021, βάσει των στοιχείων που έδωσε στη δημοσιότητα η ΕΛΣΤΑΤ. Σύμφωνα με αυτά, το χρέος στο α’ τρίμηνο του 2020 έφθανε τα 329,616 δισ. ευρώ, ενώ ανήλθε στο επίπεδο των 344,156 δισ. στα τέλη του α’ τριμήνου του 2021.

Η πορεία αυτή αποδίδεται στις αυξημένες δαπάνες του ελληνικού Δημοσίου προκειμένου να χρηματοδοτήσει τα μέτρα στήριξης προς επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Είναι χαρακτηριστικό ότι το πρωτογενές έλλειμμα πλησίασε τα 6 δισ. ευρώ (5,979 δισ.) το Α’ τρίμηνο του 2021, από 1,731 δισ. στο Α’ τρίμηνο του περασμένου έτους, δηλαδή αυξήθηκε κατά 3,5 φορές. Το συνολικό έλλειμμα διαμορφώθηκε το Α’ τρίμηνο του 2021 στα 7,082 δισ. ευρώ (από 2,975 δισ.).

Τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας δείχνουν ότι τα έσοδα για το Α’ τρίμηνο του τρέχοντος έτους έφθασαν στα 16,242 δισ. ευρώ από 17,331 δισ. που ήταν στο αντίστοιχο περσινό διάστημα και οι δαπάνες της γενικής κυβέρνησης ενισχύθηκαν στα 23,324 δισ. από 20,306 δισ. που ήταν στο Α’ τρίμηνο του 2020.

Εκτιμήσεις για το χρέος από την Τράπεζα της Ελλάδος

Λύση στο πρόβλημα του ελληνικού χρέους και της διαχείρισής του προσπαθούν να δώσουν η Τράπεζα της Ελλάδος και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο. Στην τελευταία έκθεσή της η ΤτΕ έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου, καθώς η αύξηση του δανεισμού προκειμένου να χρηματοδοτηθούν τα μέτρα στήριξης οδηγεί τις χρηματοδοτικές ανάγκες για την αποπληρωμή του χρέους στο 15%, δηλαδή το όριο που έχει τεθεί από τους Ευρωπαίους ώστε να χαρακτηρισθεί βιώσιμο.

Ανακοίνωση της Τράπεζας Ελλάδος

«Η εξέλιξη της πανδημίας τους πρώτους μήνες του έτους κατέστησε αναγκαία την παράταση και διεύρυνση των δημοσιονομικών μέτρων για το μετριασμό των επιπτώσεών της στην οικονομική δραστηριότητα και την αγορά εργασίας. Η έκτακτη δημοσιονομική επέκταση έχει επιβαρύνει το δημόσιο χρέος και τις ακαθάριστες χρηματοδοτικές ανάγκες του Ελληνικού Δημοσίου.

Ωστόσο, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους είναι διασφαλισμένη χάρη στα ευνοϊκά του χαρακτηριστικά, υπό την προϋπόθεση ότι η δημοσιονομική επέκταση παραμένει στοχευμένη και προσωρινού χαρακτήρα.

Η απόσυρση της κρατικής στήριξης την επόμενη περίοδο θα πρέπει να συνδυαστεί με τη σταδιακή επιστροφή σε θετικούς και ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης, ώστε να μην τεθεί σε κίνδυνο η διαφαινόμενη ανάκαμψη. Την επαύριο της πανδημίας, η δημοσιονομική πολιτική θα πρέπει και πάλι να εστιάσει στη σταδιακή μείωση των ελλειμμάτων και την αποκατάσταση της δημοσιονομικής ισορροπίας.

Ενώ συνεχίζεται η πτωτική πορεία του δημόσιου χρέους, οι χρηματοδοτικές ανάγκες για την επόμενη δεκαετία διατηρούνται πλέον οριακά στο επίπεδο αναφοράς 15% του ΑΕΠ, με την προϋπόθεση όμως ότι διατηρούνται τα ταμειακά διαθέσιμα σε υψηλό επίπεδο. Ως εκ τούτου, εξαλείφεται οποιοδήποτε περιθώριο χαλάρωσης των μακροπρόθεσμων στόχων για τα πρωτογενή πλεονάσματα, ενώ αυξάνονται οι κίνδυνοι σε περίπτωση αρνητικών διαταραχών».

Επισημάνσεις από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο

Από την πλευρά του το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, στην έκθεσή του για την ελληνική οικονομία (Άρθρο IV), είχε επισημάνει τα εξής:

«Μεσοπρόθεσμα, το επίπεδο του δημοσίου χρέους θα υποχωρήσει και η Ελλάδα θα έχει επαρκή δυνατότητα εξυπηρέτησής του με βάση μια ποικιλία δυσμενών σεναρίων. Η κορύφωση του χρέους, μετά την αύξηση το 2020 λόγω πανδημίας, θα έλθει το 2021, και στη συνέχεια θα μειωθεί, αλλά θα παραμείνει σε υψηλότερα επίπεδα σε σχέση με τις προβλέψεις που γίνονταν πριν την πανδημία.
Μεσοπρόθεσμα, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι το χρέος θα είναι βιώσιμο, υπό την προϋπόθεση ότι τα επιτόκια δανεισμού θα είναι χαμηλότερα από τον ρυθμό ανάπτυξης και ότι θα υπάρξει σταδιακή επιστροφή σε πρωτογενή πλεονάσματα. Το μεγάλο «μαξιλάρι» ταμειακών διαθεσίμων που διαθέτει η κυβέρνηση και η ενεργή διαχείριση του χρέους περαιτέρω μετριάζουν τα ρίσκα αναχρηματοδότησης.

Η δυνατότητα της Ελλάδας να εξυπηρετήσει το χρέος σε συνθήκες σοβαρού οικονομικού σοκ εξαρτάται από τη συνέχιση της υποστήριξης από την ευρωζώνη. Η αβεβαιότητα είναι πολύ μεγάλη για να γίνει μια οριστική εκτίμηση για τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους. Ενώ είναι εφικτό με ένα σύνολο πολιτικών και με βάση την πορεία των επιτοκίων να διατηρηθεί βιώσιμο το χρέος μακροπρόθεσμα, εναλλακτικά σενάρια δείχνουν ότι η αβεβαιότητα για τα επιτόκια και τα ασφάλιστρα κινδύνου είναι υπερβολικά μεγάλη για να διατυπωθεί μια ασφαλής πρόβλεψη».

Αυτό που τονίζει το Ταμείο, αποτελεί μια αναθεώρηση των συμπερασμάτων της προηγούμενης έκθεσης για τη βιωσιμότητα του χρέους, που δημοσιεύθηκε το 2018. Εκεί αναγνωριζόταν επίσης η μεγάλη αβεβαιότητα, αλλά πάντως διατυπωνόταν το συμπέρασμα ότι η βιωσιμότητα του χρέους δεν είναι διασφαλισμένη και πάντως όχι με βάση ένα ρεαλιστικό σύνολο μακροοικονομικών παραδοχών. Ενώ οι ανησυχίες για τη δυνατότητα της Ελλάδας να επιτύχει τους στόχους για τα πλεονάσματα έχουν ενισχυθεί υπό το φως της πανδημίας και η αβεβαιότητα για τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη διατηρείται, αυτοί οι παράγοντες αντισταθμίζονται με το παραπάνω από τη μεγάλη μείωση του κόστους δανεισμού, που άρχισε πριν την πανδημία και συνεχίσθηκε μετά την ενεργοποίηση των ευρωπαϊκών μηχανισμών οικονομικής ενίσχυσης.

Η αβεβαιότητα για το αν μπορούν να διατηρηθούν αρκετά χαμηλά τα επιτόκια δανεισμού στο μέλλον, στο πλαίσιο μιας χωρίς προηγούμενο μετάβασης της χώρας από τον επίσημο δανεισμό στον δανεισμό από την αγορά, αποτελεί τον βασικότερο παράγοντα που καθοδηγεί τις αναθεωρημένες εκτιμήσεις για το χρέος.