Της Αναστασίας Βασιλικής Γκολέμη

EKT, TτΕ και Credit Suisse καταλήγουν σε κοινό συμπέρασμα

Οι EKT (Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα), η TτΕ (Τράπεζα της Ελλάδος) και η ετήσια έκθεση της Credit Suisse για τον πλούτο παγκοσμίως καταλήγουν στο εξής συμπέρασμα: Ακίνητα και καταθέσεις έκαναν τους Έλληνες πιο πλούσιους κατά την πανδημία το 2020. Όσο κι αν η διαπίστωση αυτή φαίνεται περίεργη, μοιάζει αληθινή.

Στη διάρκεια του έτους 2020, οι καταθέσεις αυξήθηκαν, το ίδιο και οι τιμές των ακινήτων. Ταυτόχρονα, οι ζημιές στις επιχειρήσεις και η πτώση των τιμών των μετοχών περιόρισαν τον πλούτο του τμήματος του πλούσιου πληθυσμού. Συνδυαστικά όλα αυτά οδήγησαν σε αύξηση του κατά κεφαλήν πλούτου και σε περιορισμό της εισοδηματικής ανισότητας. Σε όλο αυτόν τον συνδυασμό, κεντρικό ρόλο έπαιξαν τα δημοσιονομικά και νομισματικά μέτρα στήριξης.

Οι Έλληνες είχαν περιορίσει αρκετά τις επενδύσεις

Ο μέσος Έλληνας (ενήλικος) είδε την περιουσία του να αυξάνεται πάνω από τα 100.000 δολάρια (ετήσια άνοδος 2%), για πρώτη φορά ύστερα από το 2015. Ωστόσο, παραμένει αρκετά χαμηλότερα από την κορυφή, το 2007, όταν το αντίστοιχο μέγεθος έφτανε τα 160.000 δολάρια.

Η ανάλυση των στοιχείων που απαρτίζουν τον πλούτο των Ελλήνων εξηγεί επίσης τη μεταβολή που σημειώθηκε το 2020. Οι Έλληνες είχαν περιορίσει αρκετά τις επενδύσεις σε μετοχές και άλλες κινητές αξίες, ενώ διαθέτουν σημαντική ακίνητη περιουσία.

Σχετικά με τη σύνθεση του πλούτου στην Ελλάδα και την Ισπανία, το ποσοστό που καταλαμβάνει ο μη χρηματοοικονομικός πλούτος είναι ιδιαίτερα υψηλό, καθώς προσεγγίζει το 70% του συνολικού πλούτου της χώρας, ενώ τα αντίστοιχα ποσοστά στην Ιταλία και την Ευρώπη κυμαίνονται περί του 55%, ένδειξη της σημασίας που έχει η ακίνητη περιουσία για τη μέση ελληνική οικογένεια. Επιπρόσθετα, το χρέος των νοικοκυριών ως ποσοστό του συνολικού πλούτου διαμορφώθηκε το 2020 σε 12,2% έναντι 13% στην Ευρώπη, 9,1% στην Ιταλία και 9,8% στην Ισπανία.

Η μείωση του Χρηματιστηρίου αντισταθμίστηκε από:

  • την άνοδο των ακινήτων,
  • την αύξηση των αποταμιεύσεων,
  • τις αποπληρωμές και ρυθμίσεις δανείων που ήταν μεγαλύτερες από τις νέες εκταμιεύσεις.

Η αύξηση των αποταμιεύσεων, η οποία σημειώθηκε πανευρωπαϊκά, οφείλεται κατ’ αρχήν στα πακέτα στήριξης, στις αναστολές πληρωμών και στη μείωση της κατανάλωσης, είτε για λόγους αβεβαιότητας είτε αδυναμίας (lockdown). Από την άλλη πλευρά, η μείωση των τιμών των μετοχών κατά 27% το 2020 και οι ζημιές στον επιχειρηματικό κλάδο, ροκάνισαν τον καθαρό πλούτο του τμήματος του πληθυσμού με τη μεγαλύτερη περιουσία. Αποτέλεσμα; Μείωση της ανισότητας.

Η ανεργία και ανισότητα

Ένα ακόμα στοιχείο που διαφοροποίησε την Ελλάδα από τις υπόλοιπες χώρες του νότου, όπως Ισπανία και Ιταλία, ήταν η συγκράτηση της ανεργίας. Ωστόσο, οι άλλες δύο χώρες, Ισπανία και Ιταλία, δέχθηκαν ισχυρότερο πλήγμα από την πανδημία τόσο σε αριθμό θυμάτων όσο και σε ποσοστό ύφεσης. Εκεί, η ανεργία, η ανισότητα αυξήθηκαν περισσότερο από την Ελλάδα. Όμως, σε Ιταλία και Ισπανία παρατηρήθηκε η μεγαλύτερη αύξηση πλούτου το 2020, σε ετήσια βάση που ξεπέρασε το 6%. Βασική αιτία και εκεί ήταν τα πακέτα στήριξης και το υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης.

Η αύξηση των αποταμιεύσεων και του πλούτου ήταν παγκόσμιο φαινόμενο το 2020. Παρά τις απώλειες που κατέγραψαν οι χρηματαγορές, στο πρώτο τρίμηνο του 2020, η άμεση αντίδραση των κυβερνήσεων και των κεντρικών τραπεζών έναντι των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας μέσω της άσκησης επεκτατικής δημοσιονομικής πολιτικής και ιδιαίτερα χαλαρής νομισματικής πολιτικής είχε ως αποτέλεσμα την άνοδο των τιμών, τόσο των κινητών αξιών, όσο και των ακινήτων, σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα. Παράλληλα, η αποχή από την κατανάλωση, είτε λόγω των περιοριστικών μέτρων, είτε λόγω της αβεβαιότητας, οδήγησε σε άνοδο των αποταμιεύσεων οι οποίες ενίσχυσαν το απόθεμα χρηματοοικονομικού πλούτου.

Αξίζει μάλιστα να σημειωθεί ότι σε χώρες που είχαν πληγεί έντονα από την πανδημία καταγράφηκαν και οι υψηλότερες αυξήσεις του πλούτου ανά ενήλικο άτομο. Από την άλλη πλευρά, οι πολιτικές που ακολούθησαν οι κυβερνήσεις είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση του δημοσίου χρέους ως ποσοστό του ΑΕΠ, σε αρκετές περιπτώσεις και άνω των 20 ποσοστιαίων μονάδων. Ως εκ τούτου, η μεταβίβαση εισοδήματος από το δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και ο περιορισμός των καταναλωτικών δαπανών είχαν ως αποτέλεσμα την ανθεκτικότητα του πλούτου των νοικοκυριών.

Οι αιτίες με βάση την ανάλυση της Alpha Bank

Όπως αναφέρει ανάλυση της Alpha Bank, η οποία αποκωδικοποιεί την έκθεση της Credit Suisse, στη χώρα μας, το 2020, η ήπια άνοδος του συνολικού καθαρού πλούτου μπορεί να αποδοθεί κυρίως στους εξής παράγοντες:

  • Στην ενίσχυση των καταθέσεων των νοικοκυριών, κατά περίπου 10 δισ. ευρώ (άθροισμα μηνιαίων καθαρών ροών).
  • Στην ανάκαμψη της αγοράς ακινήτων, όπως αυτή αποτυπώνεται στην άνοδο των τιμών των κατοικιών κατά 4,3% σε ετήσια βάση.

Ο πλούτος των νοικοκυριών διακρίνεται:

  • σε χρηματοοικονομικό, δηλαδή ρευστά διαθέσιμα και κινητές αξίες (ομόλογα, μετοχές κ.λπ.),
  • σε μη χρηματοοικονομικό που προσεγγίζεται κατά κύριο λόγο με τις αξίες των ακινήτων και, τέλος,
  • σε ανθρώπινο κεφάλαιο που προσδιορίζεται ως η παρούσα αξία των προσδοκώμενων αποδοχών, σε όλη τη διάρκεια του κύκλου ζωής του ατόμου (lifetime human wealth).

Αν και η τελευταία κατηγορία του πλούτου είναι δύσκολο να εκτιμηθεί, η Alpha Bank εκτιμά ότι αναμένεται ότι τα επόμενα χρόνια θα ενισχυθεί, παράλληλα με την εισροή των κεφαλαίων του Ταμείου Ανάκαμψης, την υλοποίηση επενδύσεων, τη βελτίωση των προοπτικών για την οικονομική ανάκαμψη και την αναπτυξιακή δυναμική της χώρας, τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και κατά συνέπεια την άνοδο του μελλοντικού μέσου εισοδήματος.

Αποταμίευση και χρέος

Το ιδιωτικό χρέος που μειώνει τον πλούτο αυξήθηκε οριακά. Η Ιταλία και η Ισπανία ήταν δύο ευρωπαϊκές χώρες που χτυπήθηκαν σφοδρά από την πανδημία τόσο σε υγειονομικό, όσο και σε οικονομικό επίπεδο, δεδομένης, μεταξύ άλλων, της σημαντικής εξάρτησης των οικονομιών τους από τον τουρισμό.

Αυτό αποτυπώθηκε στην πτώση του ΑΕΠ, το 2020, κατά 8,9% στην Ιταλία και κατά 10,8% στην Ισπανία που ήταν μαζί με την αντίστοιχη μεταβολή του ΑΕΠ της χώρας μας (-8,2%) οι υψηλότερες στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ωστόσο, ο πλούτος ανά ενήλικο άτομο και στις δύο χώρες αυξήθηκε έντονα, το 2020, κατά 9,3% στην Ιταλία και 7,9% στην Ισπανία, διευρύνοντας τη διαφορά που προϋπήρχε σε σύγκριση με το αντίστοιχο επίπεδο του πλούτου στην Ελλάδα. Και στις δύο περιπτώσεις, η αποταμίευση ως ποσοστό του διαθέσιμου εισοδήματος ήταν θετική το 2020 (Ιταλία: 17,5%, Ισπανία: 14,8%), καθώς η πτώση της ιδιωτικής κατανάλωσης υπερέβη την αντίστοιχη πτώση του διαθέσιμου εισοδήματος.

Το ποσοστό αποταμίευσης ήταν χαμηλότερο στην Ελλάδα, το 2020, σε σύγκριση με τις άλλες δύο χώρες (3,1%), αλλά πέρασε για πρώτη φορά από το 2011 σε θετικό έδαφος. Οι κυβερνήσεις τόσο στην Ισπανία όσο κυρίως στην Ιταλία υιοθέτησαν μέτρα αντιμετώπισης των οικονομικών επιπτώσεων της πανδημίας σημαντικού ύψους (22% και 44% του ΑΕΠ, αντίστοιχα, συμπεριλαμβανομένων των δανείων και των εγγυήσεων, βάσει της έκθεσης IMF Fiscal Monitor), γεγονός που οδήγησε, μεταξύ άλλων, σε αξιοσημείωτη άνοδο των καταθέσεων των νοικοκυριών (+7,5% περίπου σε ετήσια βάση και στις δύο χώρες).

Τέλος, η Alpha Bank, σημειώνει ότι η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης, κατά το τρέχον έτος, αναμένεται να υπερβεί την αύξηση του διαθεσίμου εισοδήματος τόσο στη χώρα μας όσο και στην Ιταλία και την Ισπανία και ως εκ τούτου η συσσώρευση αποταμιεύσεων που παρατηρήθηκε το 2020 ενδέχεται να μη συνεχιστεί κατά το τρέχον έτος, υπό την προϋπόθεση ότι η διαχείριση της πανδημικής κρίσης δεν θα απαιτήσει συνέχιση των περιοριστικών μέτρων.