Από την έντυπη έκδοση

Του Δημήτρη Τζάνα, οικονομολόγου

«Τα Χριστούγεννα του 2007, μετά τη συζήτηση για τον προϋπολογισμό, έλαβα ένα ενδιαφέρον τηλεφώνημα από τον Άγιο Βαρθολομαίο (Σεν Μπαρτς) της Καραϊβικής. Εκεί περνούσαν τις διακοπές τους ο εκατομμυριούχος επενδυτής Τζωρτζ Σόρος, ο σύμβουλος Νουριέλ Ρουμπινί και ο Στέλιος Ζαβός, ιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Zeus Capital Partners LP και κουμπάρος του Σόρος. Ήθελαν να πληροφορηθούν τον αριθμό και την αξία των ελληνικών ομολόγων που παρακρατούσε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ) και την άποψή μου για το αν μια κρίση φερεγγυότητας των ελληνικών ομολόγων θα αποσταθεροποιούσε το ευρώ. Τους καθησύχασα λέγοντάς τους ότι τα μεγέθη είναι πολύ μικρά σε σχέση με τα ευρωπαϊκά μεγέθη και ότι η κατάσταση ήταν διαχειρίσιμη. Είχα κι εγώ υποτιμήσει τον κίνδυνο και την αδυσώπητη δύναμη των αγορών…».

Αυτά αναφέρει η Λούκα Κατσέλη, πρώην υπουργός Οικονομίας της κυβέρνησης Παπανδρέου στο βιβλίο της «Δίνες, ευθύνες και αποκαλύψεις για την εποχή των μνημονίων». Η συνέχεια είναι σε όλους γνωστή. Ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός της ελληνικής οικονομίας οδήγησε το δημοσιονομικό έλλειμμα στο 15,4% του ΑΕΠ και το δημόσιο χρέος στο 126,8% του ΑΕΠ το 2009. Δημιουργήθηκε μια υπερμεγέθης αγορά πιστωτικών παραγώγων (CDS), συμβολαίων δηλαδή για την αντιστάθμιση του κινδύνου απωλειών από την επένδυση στο ελληνικό ομόλογο. Η ελληνική οικονομία συνομολόγησε δύο συμφωνίες (μνημόνια) με την Ε.Ε. και το ΔΝΤ για να αντλήσει χρηματικά διαθέσιμα, καθώς η έξοδος στις αγορές ήταν αδύνατη. Τελικά, το 2012 συνομολογήθηκε η διαδικασία κουρέματος των ελληνικών ομολόγων για να διαμορφωθούν προϋποθέσεις βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Εννέα χρόνια αργότερα τα ελληνικά ομόλογα δεν έχουν ακόμη πετύχει βαθμολόγηση τέτοια ώστε να αποτελούν επενδύσιμους τίτλους για τους θεσμικούς επενδυτές. Ήρθε ωστόσο η περσινή απόφαση της ΕΚΤ εν μέσω της μεγάλης αναταραχής των αγορών λόγω της πανδημίας και ενσωματώθηκαν στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων ύψους 1,85 τρισ. ευρώ (PEPP) που αποφασίστηκε. Οδηγηθήκαμε έτσι σε μια ακόμη μεγάλου μεγέθους διαδικασία έκδοσης κρατικών ομολόγων και αγοράς τους στη συνέχεια από την ΕΚΤ και τις άλλες Κεντρικές Τράπεζες στο πλαίσιο της ανάγκης για στήριξη της παγκόσμιας οικονομίας λόγω της παρατεταμένης διάρκειας της ύφεσης εξαιτίας της πανδημίας.

Με τα δεδομένα αυτά δεν είναι παράξενο που ακόμα και ο Ουόρεν Μπάφετ ανησυχεί για το μέλλον των κρατικών ομολόγων. Πρώτον, γιατί οι πολύ χαμηλές πλέον αποδόσεις τους δυσχεραίνουν την επίτευξη των στόχων όσων επενδύουν σε αυτά (συνταξιοδοτικά ταμεία, ασφαλιστικές εταιρείες, τράπεζες κ.ο.κ.) και, δεύτερον, γιατί μια κρίση φερεγγυότητας ανάλογη εκείνης που είχε συντελεστεί στα ελληνικά ομόλογα αιωρείται ως ένα ενδεχόμενο από την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα, καθώς το συνολικό παγκόσμιο χρέος, μέρος του οποίου είναι το δημόσιο, φτάνει το 365% του παγκόσμιου ΑΕΠ στο τέλος του 2020. Με φωνές όπως του νομπελίστα Χριστόφορου Πισσαρίδη να εισηγούνται ακόμα και την επιλογή της διαγραφής του χρέους που κατέχει η ΕΚΤ από υπερχρεωμένα κράτη της Ευρωζώνης, αν και γνωρίζει άριστα ότι το καταστατικό της δεν το επιτρέπει. Ενδεχόμενο που θα οδηγούσε σε εκτόξευση των CDS καθώς οι επενδυτές θα απαιτούσαν στη συνέχεια οι αποδόσεις των ομολόγων να συμπεριλάβουν και το ανάλογο ασφάλιστρο κινδύνου, οδηγώντας σε μεγάλες αναταράξεις την αγορά ομολόγων, μια από τις μεγαλύτερες αγορές του πλανήτη. Την ίδια ώρα οι θεσμικοί επενδυτές που επί δεκαετίες θεωρούν τα κρατικά ομόλογα των δυτικών οικονομιών ως αδιαμφισβήτητα ασφαλή τοποθέτηση, θα οδηγούνταν στην αναζήτηση εναλλακτικών επενδύσεων αυξάνοντας τον επενδυτικό κίνδυνο για το μεγαλύτερο μέρος των διαθεσίμων τους.

Τα μάτια όλων στρέφονται πλέον προς τις Κεντρικές Τράπεζες. Ενόσω οι συνθήκες πανδημίας δεν επιτρέπουν την επανεκκίνηση της οικονομίας, οι Κεντρικές Τράπεζες δηλώνουν ότι θα συνεχίσουν τη χαλαρή δημοσιονομική πολιτική ώστε να αποτρέψουν την έναρξη ανοδικής τάσης επιτοκίων των ομολόγων, όπως θα ήθελε ο Μπάφετ. Με τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ στο 1,4% και στην Ευρωζώνη στο 0,9% η πληθωριστική απειλή δεν είναι ορατή. Επομένως η ρητορική της Κριστίν Λαγκάρντ της ΕΚΤ και του Τζέρομ Πάουελ της Fed πείθουν για την ώρα τις αγορές ότι το «what ever it takes» του Μάριο Ντράγκι θα εφαρμοστεί πάλι για να παραμείνουν χαμηλά τα επιτόκια μέχρις ότου συντελεστεί διατηρήσιμη επανεκκίνηση της οικονομίας. Στο μεταξύ οι κυβερνήσεις από κοινού με τους πιστωτές οφείλουν να αναζητήσουν τις βέλτιστες λύσεις σε δύο πεδία. Πρώτον, στην αποτελεσματική εφαρμογή των κατάλληλων δημοσιονομικών παρεμβάσεων που θα φέρουν την επανεκκίνηση της οικονομίας με το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα του μηχανισμού του πολλαπλασιαστή (ναι, αυτόν που δεν είχε υπολογίσει σωστά ο Τόμσεν για την ελληνική οικονομία), με στόχο την ευμεγέθη ονομαστική αύξηση του ΑΕΠ, και, δεύτερον, τη διαμόρφωση κατάλληλων προϋποθέσεων ώστε να καταστεί δυνατή η εξυπηρέτηση του υπερμεγέθους δημόσιου χρέους διαφόρων χωρών με τρόπους που δεν θα διαταράξουν την εμπιστοσύνη προς τους κρατικούς τίτλους των χωρών αυτών: Με ολιγόχρονο moratorium (π.χ. 5ετή περίοδο χάριτος) και με επιμήκυνση της διάρκειάς του ή άλλους τρόπους. Με την επιτυχή έκβαση των δύο αυτών στόχων, οι δείκτες εξυπηρέτησης του χρέους σύντομα θα παρουσιάσουν βελτίωση και οι κρατικοί τίτλοι θα διατηρήσουν τη φερεγγυότητά τους.

Πηγή: naftemporiki.gr