Της Ελευθερίας Κούρταλη

Μετά τις απανωτές λεκτικές παρεμβάσεις των κορυφαίων αξιωματούχων της ΕΚΤ την προηγούμενη εβδομάδα (Λαγκάρντ, Σνάμπελ, Λέιν κτλτ), η προσοχή της αγοράς στρέφεται στα αναλυτικά στοιχεία των αγορών της κεντρικής τράπεζας υπό το πρόγραμμα PEPP τα οποία θα δημοσιοποιηθούν σήμερα το απόγευμα. Αυτά τα στοιχεία ωστόσο θα είναι σε βάση διακανονισμού των συναλλαγών έως την περασμένη Παρασκευή (26 Φεβρουαρίου) και συνεπώς θα περιλαμβάνουν μόνο αγορές που έγιναν μεταξύ 18-24 Φεβρουαρίου, δηλαδή την την προ-περασμένη Πέμπτη έως το κλείσιμο των συναλλαγών την περασμένη Τετάρτη, όπως επισημαίνει το IFR. Συνεπώς δεν θα περιλαμβάνει οποιαδήποτε πιθανή αύξηση των αγορών της ΕΚΤ που έγινε κατά την έντονη αναταραχή στα ομόλογα το διήμερο 25-26 Φεβρουαρίου. Αυτή η παρέμβαση, εάν υπάρχει, θα φανεί στις αντίστοιχες ανακοινώσεις της επόμενης εβδομάδα στις 8 Μαρτίου.

Αξίζει να σημειώσουμε πως τις δύο τελευταίες εβδομάδες για τις οποίες έχουν δημοσιευτεί οι αγορές υπό το  PEPP (έως τις 17/2), ο ρυθμός της ΕΚΤ κινήθηκε στα 17,1 δισ. ευρώ περίπου, ελαφρώς υψηλότερα δηλαδή από τα 13,2 δισ. ευρώ που είχαν προηγηθεί τις αμέσως προηγούμενες από αυτές, δύο  εβδομάδες. Τον Ιανουάριο, οι αγορές PEPP σε καθαρή βάση ήταν 53 δισ. ευρώ, ο οποίος ήταν ο χαμηλότερος μηνιαίος ρυθμός από την έναρξη του προγράμματος τον Μάρτιο του 2020 και σύμφωνα με τους αναλυτές είναι πιθανό τον Φεβρουάριο να σημειωθεί αύξηση στα 80 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με την ING, η μηνιαία αύξηση των αγορών άνω των 74 δισ. ευρώ σημαίνει ότι θα αναγκαστεί να μειώσει τις αγορές αργότερα στο έτος εάν κρατήσει το PEPP στα 1,85 τρις ευρώ.

Σε κάθε περίπτωση πάντως τα στοιχεία που θα ανακοινωθούν σε ότι αφορά το σύνολο του Φεβρουαρίου δεν θα περιλαμβάνουν αναλυτικά στοιχεία για κάθε χώρα καθώς αυτά δίνονται κάθε δύο μήνες, με τα τελευταία να έχουν δοθεί τέλη Ιανουαρίου (για το δίμηνο Δεκεμβρίου- Ιανουαρίου).

Πάντως, η εικόνα της αγορά ομολόγων της ευρωζώνης την Παρασκευή και  σήμερα, δείχνει πως η ΕΚΤ πιθανότατα… έβαλε το χέρι στην τσέπη, αν και όχι ιδιαίτερα… βαθιά, και έκανε πράξη έστω και διστακτικά, τις λεκτικές της δεσμεύσεις.

Η απόδοση του γερμανικού 10ετούς έχει ανακάμψει από -0,227% την Πέμπτη στο -0,3%, ενώ το γαλλικό 10ετές ομόλογο έχει επιστρέψει στα αρνητικά με την απόδοσή του στο -0,054% σήμερα από 0,028% που έχει βρεθεί στο κλείσιμο των συναλλαγών ην Πέμπτη. Σε ότι αφορά την περιφέρεια, το ιταλικό 10ετές έχει σημειώσει κάποιο ριμπάουντ με την απόδοσή του να έχει υποχωρήσει στο 0,686% από 0,80% την Πέμπτη, ενώ σημαντική είναι και η βελτίωση στα ελληνικά 10ετή με την απόδοση να έχει υποχωρήσει στο 1,036% σήμερα από 1,12% την Πέμπτη, έστω και αν παραμένει αρκετά υψηλότερα από το 0,58% του Ιανουαρίου.

Κοιτώντας τα στοιχεία της ΗΔΑΤ, με τον τζίρο την Παρασκευή να κινείται στα 60 εκατ. ευρώ, δεν δείχνουν κάποια… ιδιαίτερη παρέμβαση, τη στιγμή που στις 18 Φεβρουαρίου πχ. είχε κινηθείς τα 270 εκατ. ευρώ. Συνολικά πάντως για το σύνολο του Φεβρουαρίου ο τζίρος κινήθηκε αρκετά υψηλότερα από αυτόν του Ιανουάριο καις τα 2,57 δισ. ευρώ από 1,6 δισ. ευρώ.

Το sell-off στα ομόλογα διεθνώς το οποίο και πυροδότησε η εκτόξευση του yield του αμερικάνικου 10ετούς στα υψηλότερα επίπεδα από τον Φεβρουάριο του 2020, αν και δεν οδήγησε τις αποδόσεις και τα spreads της ευρωζώνης επικίνδυνα επίπεδα καθώς στις περισσότερες χώρες παραμένουν χαμηλότερα από ότι πριν την πανδημία, ωστόσο δημιούργησε ανησυχίες και προβληματισμό σχετικά με την επιδείνωση των χρηματοδοτικών συνθηκών δεδομένου ότι ο βασικός στόχος της ΕΚΤ είναι η διατήρηση ενός περιβάλλοντος “ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης” έως ότου επιβεβαιωθεί η ανάκαμψη της οικονομίας.

Όπως τόνισε και η BofA, “όταν η ΕΚΤ δεν κάνεις τις λέξεις, πράξεις τίθενται σημαντικά ερωτήματα. Το να αφήσει τη δυναμική της αγοράς να διατρέχει περισσότερους κινδύνους καθιστά τη διόρθωση πιο δαπανηρή”. Η διστακτικότητα της ΕΚΤ να κάνει κάτι περισσότερο από το να παρεμβαίνει λεκτικά τις προηγούμενες ημέρες, προκάλεσε έντονη κριτική από παράγοντες τη αγοράς, οι οποίοι μετάφρασαν την… ακινησία της ως μη προθυμία να “φορτώσει” τον ισολογισμό της με ακριβότερα ομόλογα αλλά και να εντείνει τις αγορές ομολόγων καθώς εντός του Δ.Σ υπάρχουν φωνές πως σταδιακά θα πρέπει η στήριξη αυτή να αρχίσει να περιορίζεται. Εξ ‘ου και η φράση που συνεχώς επαναλάβανε η Λαγκάρντ στις δύο τελευταίες συνεδριάσεις της ΕΚΤ ότι “ο φάκελος του PEPP μπορεί να μην χρησιμοποιηθεί πλήρως”.

Σύμφωνα με αναλυτές, εάν όπως δείχνει η εικόνα της αγοράς αποδειχθεί πως τελικά η ΕΚΤ όντως επενέβη, ένας από τους παράγοντες που θα έσπρωξαν το χέρι της – πέραν των ανησυχιών για την αύξηση του κόστους δανεισμού ειδικά στην Ιταλία που συνήθως είναι και η χώρα που “κρούει” των κώδωνα του κινδύνου καθώς αποτελεί τη μεγαλύτερη αγορά ομόλογων στην Ευρώπη αλλά και μία από τις πιο ευάλωτες – είναι το γεγονός ότι το sell-off είχε αρχίσει να μεταδίδεται και στην αγορά μετοχών.

Μπορεί οι χρηματιστηριακές αγορές να μην “ενοχλούνται” από την αύξηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό, ωστόσο οι υψηλότερες αποδόσεις ομολόγων θέτουν σημαντικές προκλήσεις σε αυτές και ασκούν πιέσεις στις αποτιμήσεις τους, ενώ αυξάνουν και το κόστος δανεισμού των επιχειρήσεων. Το 2018 για παράδειγμα, όταν εκτοξεύθηκαν οι πραγματικές αποδόσεις των ομολόγων των ΗΠΑ, ενώ η απόδοση του 10ετούς σκαρφάλωσε έως και το 3,5% (από το 2,5% που είχε ξεκινήσει τη χρονιά) οι μετοχές πραγματοποίησαν διόρθωση της τάξης του 20%. Η πρόσφατη άνοδος των αποδόσεων άσκησε επίσης πιέσεις στις μετοχές και αυτό είναι κάτι που οι αρχές της Ε.Ε δεν θέλουν, δηλαδή ένα παράλληλο sell-off σε μετοχές και ομόλογα…

Πηγή: Capital.gr