Με αλληλεγγύη για μια επανεκκίνηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης

Σωτήρης Ντάλης

Η πρόσφατη συμφωνία των «27» της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το νέο επταετή προϋπολογισμό της Ένωσης και το Ταμείο Ανάκαμψης είναι μια καλή συμφωνία για τη συνέχεια της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας αλλά και για την Ελλάδα. Η συμφωνία είναι πολλαπλώς χρήσιμη για την ΕΕ γιατί θα την υποστηρίξει στην επανίδρυση που έχει ανάγκη και για την Ελλάδα ίσως αποδειχτεί καθοριστική για το σχέδιο εκσυγχρονισμού της χώρας.

Με υποχωρήσεις αναλογικές και αναγκαίες, οι 27 ηγέτες των κρατών-μελών έφτασαν σε μια σημαντική συμφωνία που έδειξε ότι η ΕΕ μπορεί να δράσει από κοινού ακόμη και κατά τη διάρκεια μιας μεγάλης κρίσης.

Κατάφεραν με τις συμβιβαστικές λύσεις που υιοθέτησαν να δημιουργήσουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας αλλά και για τη στροφή της ΕΕ προς ένα πράσινο οικολογικό μοντέλο. Με τη συμφωνία η ΕΕ ίσως να έκανε και ένα ποιοτικό άλμα προς το μέλλον με ουσιαστική επίδειξη αλληλεγγύης, το οποίο δεν ήταν στα σχέδιά της. Όλα αυτά τα δύσκολα χρόνια της οικονομικής κρίσης χρειαζόμασταν μια αλληλεγγύη που θα ενώνει. Μια αλληλεγγύη συμφερόντων που θα συμπληρώνει και δεν θα ακυρώνει τα εθνικά συμφέροντα.

Η συμφωνία-συμβιβασμός της Τρίτης 21ης Ιουλίου είναι προϊόν της γαλλογερμανικής συνεργασίας και αποκτά και ιστορικό χαρακτήρα γιατί για πρώτη φορά στην 60χρονη και πλέον ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποίησης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δανειστεί στο όνομά της. Σε συνδυασμό με το Ταμείο Ανάκαμψης (κι εδώ γαλλογερμανική πρωτοβουλία) ίσως αποτελέσουν την απαρχή μιας νέας ευρωπαϊκής ενότητας.

Ίσως ο ενωσιακός δανεισμός που θα έχει ολοκληρωθεί ως το 2026 και η πανδημία να αποτελέσουν το κομβικό σημείο εκκίνησης για μια νέα ουσιαστική συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ, μιας νέας ΕΕ ομοσπονδιακής λογικής έστω και μέσω μιας Ένωσης διαφορετικών ταχυτήτων. Η ΕΕ έχει ανάγκη σήμερα ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της μέσα και από νέες κοινές πολιτικές, όπως η πολιτική υγείας, η μεταναστευτική και η προσφυγική πολιτική.

Σε αναζήτηση κυριαρχίας και αλληλεγγύης
Έχει ενδιαφέρον να δούμε τον κομβικό ρόλο που διαδραματίζει σήμερα η έννοια της αλληλεγγύης στην ενοποιητική διαδικασία.

Στην ιστορία της ευρωπαϊκής ενοποιητικής διαδικασίας κάθε φορά που εμφανιζόταν έλλειψη αλληλεγγύης, οι αναλυτές μιλούσαν πάντα για ένα θανάσιμο κίνδυνο που απειλούσε το ευρωπαϊκό σχέδιο. Αυτός ο κίνδυνος μαζί με τις σχετικές αναλύσεις, επέστρεψαν με την πανδημία, αναδεικνύοντας ένα κλίμα διχόνοιας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Πράγματι η έλλειψη αλληλεγγύης και συντονισμού που έδειξε η Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην πρώτη φάση της πανδημίας του Covid-19 ήταν μεγάλη. Συμπεριφορές κρατών -μελών στη λογική των εθνικών εγωισμών και της δημοσιονομικής ορθοδοξίας, σε συνδυασμό με τη συζήτηση για την πρόταση των εννέα κρατών μελών της Ευρωζώνης περί ευρωομολόγου οδήγησαν σε ένα χάος τη διακυβερνητική Ευρώπη.

Ειδικότερα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή φάνηκε εντελώς απροετοίμαστη και εμφανίστηκε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα να είναι ο μόνος διαχειριστής της κρίσης. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή διόρθωσε στη συνέχεια την «απουσία» της με τη σημαντική πρόταση για το Σχέδιο Ανάκαμψης της ΕΕ, ύψους 750 δις. ευρώ που κατέθεσε η πρόεδρος της Επιτροπής Ούρσουλα Φον Ντερ Λάιεν. Η συζήτηση-διαπραγμάτευση που άνοιξε με αφορμή την αντιμετώπιση των επιπτώσεων της πανδημίας, αφορά το ίδιο το μέλλον της Ένωσης. Εδώ πρέπει να τονιστεί πως η νέα ύφεση (η βαθύτερη ύφεση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο) που γέννησε η κρίση της πανδημίας δημιούργησε νέες συμμαχίες στο πλαίσιο της ΕΕ, όπου παρατηρήθηκαν διχογνωμίες σε δυο βασικά ζητήματα: την ισορροπία μεταξύ επιχορηγήσεων και δανείων, αλλά και τον καθορισμό των προαπαιτούμενων κριτηρίων για τις όποιες εκταμιεύσεις. Μάλιστα δεν είναι λίγοι οι αναλυτές που υποστηρίζουν πως η γερμανική προεδρία της ΕΕ πιθανότατα θα καθοριστεί από την επιτυχία ή την αποτυχία, δυο μεγάλων διαπραγματεύσεων. Η πρώτη αφορά τη συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία σχετικά με το Brexit και η δεύτερη αφορά την υλοποίηση του Ταμείου Ανάκαμψης ύψους 750 δισ. ευρώ και το νέο προϋπολογισμό, όπου ο ρόλος του Βερολίνου για την επίτευξη μιας συμφωνίας ήταν κρίσιμος.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση και ειδικότερα η Ευρωζώνη έχουν ήδη αντιμετωπίσει την κρίση του ευρώ και τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2012 και λάθη εκείνης της περιόδου δεν πρέπει να επαναληφθούν σήμερα καθώς οι αδυναμίες της Ευρωζώνης είναι πλέον γνωστές. Δεν πρέπει να επαναληφθούν ζημιές διαρκείας στην οικονομία της Ευρωζώνης. Όμως προηγουμένως πρέπει να ελέγξουμε την εξάπλωση της πανδημίας.

Αυτό που συγκρατούμε από την πρώτη φάση της διαχείρισης της κρίσης της πανδημίας του Covid-19, είναι το γεγονός πως η ΕΕ σε άλλη μια κρίση έδειξε πως το κλειδί για να ανταποκριθεί στις σημερινές και μελλοντικές προκλήσεις είναι να εξοπλιστεί με την απαραίτητη κυριαρχία και αλληλεγγύη. Για να καθορίζει η ίδια το μέλλον της χρειάζεται περισσότερη κυριαρχία, μια κυριαρχία που κρίνεται τόσο στις Καστανιές του Έβρου και στο Αιγαίο, όσο και στην Ανατολική και Κεντρική Μεσόγειο.

Ας λειτουργήσουμε λοιπόν συντονισμένα με αλληλεγγύη και με σεβασμό στο ρόλο της επιστήμης για να ξεπεραστεί η πανδημία και μετά θα ξαναδούμε τη νέα συζήτηση για το μέλλον της ΕΕ και την αναζήτηση νέων εργαλείων και νέων δυνατοτήτων.

Όπως το 1986 η Επιτροπή Ντελόρ με την Ενιαία Πράξη ενίσχυσε την πολιτική της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής ως αντιστάθμισμα στην Ενιαία Αγορά και με στόχο να μην διευρυνθεί το άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ Βορρά και Νότου, έτσι και σήμερα έχουμε ανάγκη ένα νέο πλαίσιο λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ενοποίησης μέσα και από νέες κοινές πολιτικές.

Είναι προφανής η ανάγκη για ένα πιο λειτουργικό σύστημα για την Ευρωζώνη, η οποία ούτως ή άλλως αποτελεί μέρος του προβλήματος γιατί είναι μια ατελής οικονομική και νομισματική ένωση χωρών –μελών με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η εμβάθυνση και ολοκλήρωση της Ευρωζώνης πρέπει να είναι ο βασικός άξονας των θεσμικών πρωτοβουλιών, τις οποίες θα συμπληρώνει το σχέδιο ανάπτυξης της κοινής ευρωπαϊκής πολιτικής άμυνας, προκειμένου η ΕΕ να είναι σε θέση να εξασφαλίζει τη στρατηγική της αυτονομία, να μπορεί να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μόνη της και να εγγυάται τα εξωτερικά σύνορά της.

Απειλές όπως αυτή που αντιμετώπισε η Ελλάδα στα ελληνοτουρκικά-ευρωτουρκικά σύνορα στον Έβρο με την Τουρκία και η τεράστια κρίση-απειλή του κορωνοϊού που αντιμετωπίζει αυτή την περίοδο η Ευρώπη, δείχνουν την κατεύθυνση που πρέπει να ακολουθήσουμε.

Πρέπει επιτέλους να δούμε την Ευρωπαϊκή Ένωση ως συνολική, αναπτυξιακή, κοινωνική, θεσμική και πολιτική οντότητα. Ως πολιτικό εργαλείο δημιουργίας σε έναν διαρκώς μεταβαλλόμενο κόσμο, χρειαζόμαστε μια οραματική Ένωση, όπου ο ανταγωνισμός θα κινητοποιεί, η αλληλεγγύη θα ενώνει και η συνεργασία θα ενδυναμώνει τα κράτη-μέλη. Γιατί τα κοινά προβλήματα απαιτούν κοινές λύσεις.

Οι ευρωπαίοι πολίτες χρειάζονται μια νέα φιλόδοξη ΕΕ, εξοπλισμένη με την απαραίτητη κυριαρχία για να καθορίζει η ίδια το μέλλον της και να ανταποκρίνεται στις νέες προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης. Η εμβάθυνση και ολοκλήρωση της Ευρωζώνης πρέπει να είναι ο βασικός άξονας των θεσμικών πρωτοβουλιών, τις οποίες θα συμπληρώνει το σχέδιο ανάπτυξης της ευρωπαϊκής κοινής άμυνας, προκειμένου η ΕΕ να είναι σε θέση να εξασφαλίζει τη στρατηγικής της αυτονομία, να μπορεί να διαχειριστεί τις διεθνείς κρίσεις μόνη της και να εγγυάται τα εξωτερικά σύνορά της.

Η αναζήτηση και δρομολόγηση της απαραίτητης ευρωπαϊκής κυριαρχίας θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό και από τις εξελίξεις στη Μεσόγειο και τη «διαχείριση» της Τουρκίας που απομακρύνεται από την ΕΕ, επανεξετάζει τη θέση της στο ΝΑΤΟ και αποβάλει σιγά -σιγά με σταθερά βήματα τον κοσμικό χαρακτήρα της και κινείται όλο και περισσότερο στη λογική ενός ισλαμικού κράτους .

* Ο Σωτήρης Ντάλης είναι αν. καθηγητής Διεθνών Σχέσεων-Διεθνούς Πολιτικής και Ευρωπαϊκής Ενοποίησης στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Από τις Εκδόσεις Παπαζήση κυκλοφορεί το βιβλίο του «Η “Δύσκολη” Ευρώπη. Σε αναζήτηση της νέας Ευρωπαϊκής Αλληλεγγύης».

Πηγή: CNN Greece