Διεθνής και πολύπλοκη κρίση της ζήτησης…

Από την έντυπη έκδοση
Του Αθ. Χ. Παπανδρόπουλου

Καθ’ όλη τη διάρκεια της ιστορίας, η οικονομική πτώση (recession: ύφεση που κρατά τουλάχιστον 6 μήνες) συνήθως σημειώνεται όταν η συνολική ζήτηση για καινούργια αγαθά και υπηρεσίες πέφτει κάτω από την ικανότητα της οικονομίας να τα προμηθεύει. Το έλλειμμα αυτό έχει ως αποτέλεσμα να αδρανοποιούνται μονάδες παραγωγής και να υπάρχουν άνεργοι εργαζόμενοι, κάτι που με τη σειρά του ασκεί πίεση στα άτομα, τις οικογένειες και τις κοινότητες.
Ανάλογα είναι τα σχετικά φαινόμενα και στις υπηρεσίες, όποιες και αν είναι αυτές.

Στην τυπική εθνική λογιστική εισοδήματος που χρησιμοποιούν σχεδόν όλες οι χώρες, η συνολική ζήτηση χωρίζεται σε τέσσερις κύριες κατηγορίες: την καταναλωτική ζήτηση η οποία προέρχεται από ιδιώτες και νοικοκυριά, την επενδυτική ζήτηση εκ μέρους των επιχειρήσεων, την κρατική ζήτηση, και τις καθαρές εξαγωγές ή αλλιώς τη ζήτηση που προέρχεται από τον υπόλοιπο κόσμο.
Έχουμε, λοιπόν, μια συνολική πτώση, η οποία σε κάποιους τομείς είναι πλήρης. Άρα σε ολόκληρους κλάδους της οικονομίας θα υπάρξουν αναδιαρθρώσεις, που για την ώρα κανείς δεν γνωρίζει ποιες θα πρέπει να είναι. Η αβεβαιότητα είναι ολική και το ίδιο ισχύει για την πορεία των ιών και πανδημιών στον 21ο αιώνα.
Είναι σίγουρο όμως ότι η υγεία θα παίξει εφεξής κυρίαρχο ρόλο στις εξελίξεις, γεγονός που θα ανατρέψει όλα τα δεδομένα των συνταξιοδοτικών συστημάτων και των παροχών υπηρεσιών υγείας.
Σαφέστατα, έτσι, στην παρούσα φάση της υφεσιακής κρίσης, όπως πολύ σωστά επισημαίνει και ο καθηγητής Θοδωρής Πελαγίδης, το βάθος της ύφεσης δεν μπορεί να ερμηνευτεί από μια απλή διακοπή, έστω και εκτεταμένη, της αλυσίδας προσφοράς. Με άλλα λόγια, η διακοπή των διαφόρων τομέων της παραγωγής λόγω του lockdown και η επικείμενη επαναφορά τους σε λειτουργία δεν δικαιολογούν την ύφεση που αναμένεται. Και η οποία θα είναι πρωτόγνωρων διαστάσεων.
Αυτό φαίνεται να εξηγείται μέσα από τη μετάσταση της καταστροφής παραγωγικών δραστηριοτήτων και θέσεων απασχόλησης από τους τομείς που έχουν πληγεί άμεσα προς τους τομείς της οικονομίας, οι οποίοι αρχικώς δεν φαίνεται να είχαν κάποια αρνητική επίδραση ή συσχέτιση με την πανδημία. Με άλλα λόγια, το κανάλι που διαχέει μια αρχική βίαιη διακοπή της προσφοράς σε όλους τους τομείς της οικονομίας είναι τελικώς ο δραστικός περιορισμός της συνολικής ζήτησης. Και αν είναι κάτι που είναι ανησυχητικό αυτή τη στιγμή είναι ότι ο περιορισμός της συνολικής ζήτησης φαίνεται να είναι, για το προβλεπτό μέλλον, μεγαλύτερος του αρχικού αρνητικού σοκ της προσφοράς.
Κατά τον καθηγητή Θοδ. Πελαγίδη, είναι χαρακτηριστικό από την άποψη αυτή, τα όσα συμβαίνουν στις μεταφορές, έναν κρίσιμο κλάδο των υπηρεσιών. Για παράδειγμα, η διάκριση και η μετέπειτα ανωμαλία στην οργάνωση των αερομεταφορών επηρεάζει μια σειρά άλλων αγαθών, όπως για παράδειγμα η ενοικίαση αυτοκινήτων από το αεροδρόμιο. Έτσι επηρεάζεται αρνητικά ένας τομέας που αρχικώς και φαινομενικά δεν σχετίζεται με την πανδημία, με αποτέλεσμα να αποθαρρύνεται η συνολική δαπάνη της οικονομίας. Δηλαδή η χαμηλότερη οριακή κατανάλωση ενός αγαθού που πλήττεται από τη διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας άμεσα, οδηγεί στη μείωση της οριακής χρησιμότητας ενός άλλου αγαθού που φαινομενικά μπορεί να μην έχει χτυπηθεί άμεσα από την πανδημία.
Μια αρχική κρίση στην προσφορά, δηλαδή μια διακοπή της παραγωγικής διαδικασίας λόγω του shutdown από την πανδημία, μεταφέρεται στη συνολική ζήτηση και μάλιστα πολλαπλασιαστικά. Και όχι μόνον στις μεταφορές, αλλά σε ποικίλους και ζωτικούς οικονομικούς τομείς.
«…Η αντιμετώπιση της οικονομικής πολιτικής σε μια τέτοια κατάσταση δεν είναι ούτε εύκολη ούτε απλή. Για παράδειγμα, μια δημοσιονομική μεταβίβαση σε εκείνους που εργάζονται στους άμεσα πληττόμενους τομείς της οικονομίας μπορεί να μην έχει το αναμενόμενο πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα “δεύτερου γύρου”. Δηλαδή μια δαπάνη (τους) που προκύπτει από μεταφορά εισοδήματος από την κυβέρνηση δεν θα επιστρέψει σε σοβαρό βαθμό ως ζήτηση στον τομέα που εργάζονται. Αντιθέτως, η έρευνα δείχνει ότι μια επέκταση της κοινωνικής ασφάλισης στους πληττόμενους ή και μια διευκολυντική νομισματική πολιτική μπορούν να φέρουν κάποιο αποτέλεσμα…» επισημαίνει ο καθηγητής Θοδ. Πελαγίδης και πιστεύουμε ότι η παρατήρησή του πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν από τους επαΐοντες της οικονομικής πολιτικής.
Θα πρέπει να αντιληφθούν επίσης ότι οι υποσχέσεις για επιδόματα και επιχορηγήσεις δημιουργούν ένα ψυχολογικό κλίμα απάθειας και μοιρολατρίας, που σίγουρα δεν είναι ό,τι το καλύτερο σε μια εποχή όπου υπάρχει ζωτική ανάγκη κινητοποίησης δημιουργικών δυνάμεων και ανάπτυξης νέων ιδεών. Όσοι υποτιμούν την καινοτομία και τον ρόλο της στη δημιουργία αξίας, χάνουν παντού, γιατί απλώς έχουν χάσει τον δρόμο και δεν θέλουν να το παραδεχθούν.

Πηγή: naftemporiki.gr