Ρέγκλινγκ: Περίπλοκο ζήτημα ο νόμος Κατσέλη

Τέλος στις συζητήσεις για τα πρωτογενή πλεονάσματα βάζει ο Κλάους Ρέγκλινγκ, ο οποίος δήλωσε ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να αποφύγει τους στόχους που έχουν οριστεί.

«Δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μπορούσε να το αποφύγει», δήλωσε στην ΕΡΤ ο επικεφαλής του ESM, αναφορικά με τον στόχο για πρωτογενές πλεόνασμα της τάξεως του 3,5% έως το 2022. «Η κυβέρνηση δεν αμφισβητεί αυτό τον στόχο, ο οποίος είναι και ήταν βασικό στοιχείο του προγράμματος αλλά και της περιόδου μετά το τέλος αυτού», συμπλήρωσε ο Ρέγκλινγκ.

Υπενθυμίζεται ότι ο Αλέξης Τσίπρας στις αρχές Μαρτίου, μιλώντας στην Κεντρική Επιτροπή του ΣΥΡΙΖΑ, ουσιαστικά εξέφρασε την άποψη ότι είναι εφικτός στόχος η μείωση των πρωτογενών πλεονασμάτων, ενώ ο Δημήτρης Τζανακόπουλος σε συνέντευξή του το προηγούμενο σαββατοκύριακο δήλωσε ότι μόνο αυτή η κυβέρνηση μπορεί να πετύχει κάτι τέτοιο. Διαπραγμάτευση με τους Ευρωπαίους για τη μείωση των στόχων των πρωτογενών πλεονασμάτων, τον πρώτο χρόνο διακυβέρνησης της ΝΔ, έχει προαναγγείλει και ο Κυριάκος Μητσοτάκης.

Περίπλοκη η προστασία πρώτης κατοικίας

Σε ερώτηση για την πορεία της ελληνικής οικονομίας, ο Κλάους Ρέγκλινγκ σημείωσε ότι καταγράφεται πρόοδος, αλλά συμπλήρωσε ότι υπάρχουν εκκρεμή ζητήματα, όπως η προστασία της πρώτης κατοικίας και υπογράμμισε ότι είναι ανάγκη να μειωθούν περαιτέρω τα «κόκκινα» δάνεια.

«Υπάρχουν αρκετά ακόμα θέματα. Η έκθεση ενισχυμένης επιτήρησης, η οποία συζητήθηκε στο Eurogroup στις αρχές της εβδομάδας, δείχνει ότι υπάρχει πρόοδος σε πολλούς τομείς αλλά όχι σε όλους. Γι’ αυτό το Eurogroup επέλεξε να περιμένει λίγο ακόμα ώστε να υπάρξει περαιτέρω πρόοδος», είπε αναφερόμενος στην απόφαση των υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης να «παγώσει» η δόση του 1 δισ. ευρώ από τα κέρδη των ομολόγων.

«Ιδιαίτερα συνδέεται με την προστασία της α΄ κατοικίας, ένα πολύπλοκο νομικά πλαίσιο, το οποίο πρέπει να συμφωνηθεί. Οι θεσμοί θέλουν να δουν τις λεπτομέρειες αυτής της συμφωνίας, η οποία θα πρέπει να περάσει από τη Βουλή. Αυτό είναι ένα από τα βασικά θέματα», είπε ακόμη ο Ρέγκλινγκ. «Γενικά και ειδικά ο ESM, ο μεγαλύτερος πιστωτής της Ελλάδας, αισθάνεται ότι έχει μια ειδική σχέση με την Ελλάδα. Βλέπουμε τη χώρα ως ένα μακροπρόθεσμο εταίρο καθώς θα υπάρχει δανειακή σχέση για 40 χρόνια. Είναι πολλά τα χρήματα, 200 δισ. ευρώ, το 55% του συνολικού ελληνικού χρέους. Έχουμε ευθύνη ως πιστωτές, καθώς θέλουμε να αποπληρωθούμε σταδιακά, όχι άμεσα. Έχουμε μεγάλη υπομονή. Είναι προς το συμφέρον μας η Ελλάδα να αποκτήσει αναπτυξιακή  δυναμική, προοπτικές ανάπτυξης.  Αυτό πιστεύω ότι ευθυγραμμίζεται πλήρως με τα συμφέροντα των Ελλήνων πολιτών που θέλουν μεγαλύτερη ανάπτυξη η οποία θα βελτιώσει το επίπεδο διαβίωσης, αυξάνεται η απασχόληση», πρόσθεσε.

Τα «κόκκινα» δάνεια το μεγαλύτερο ζήτημα

Ο Κλάους Ρέγκλινγκ υπογράμμισε πως τα «κόκκινα» δάνεια αποτελούν το μεγαλύτερο ζήτημα για την Ελλάδα.

«Πιστεύω ότι τα προβλήματα στις τράπεζες είναι όντως το μεγαλύτερο ζήτημα για την Ελλάδα αυτή τη στιγμή. Βέβαια είναι αλήθεια ότι έχει υπάρξει πρόοδος για παράδειγμα, ο δείκτης κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών είναι υψηλός, πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Όμως τα “κόκκινα” δάνεια είναι στο 46% των συνολικών κεφαλαίων, το υψηλότερο στην Ευρώπη. Κι σε αυτό ακόμη υπάρχει πρόοδος. Έχουν μειωθεί κατά 20 δισ. ευρώ την τελευταία διετία. Άρα έχει σημειωθεί πρόοδος αλλά το επίπεδο παραμένει υψηλό. Και αυτό δεν είναι καλό για την ανάπτυξη στην Ελλάδα. Με τόσο υψηλό ποσοστό “κόκκινων” δανείων είναι πολύ δύσκολο για τις τράπεζες να χορηγούν δάνεια. Αν δεν υπάρχει πρόσθετη χρηματοδότηση, νέα δάνεια, καθιστά πιο δύσκολη την ανάπτυξη της οικονομίας», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο επικεφαλής του ESM εκτίμησε ότι είναι θέμα χρόνου η περαιτέρω αναβάθμιση της ελληνικής οικονομίας, υπό την προϋπόθεση όμως να συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις.

«Αν συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις, αν η κυβέρνηση επιμείνει στις δεσμεύσεις, που ανέλαβε απέναντι στο Eurogroup, στους Ευρωπαίους εταίρους, πέρυσι, είμαι σίγουρος ότι η “σειρά” των αναβαθμίσεων θα συνεχιστεί. Δεν μπορώ να πω πότε θα ανέβει στην επενδυτική βαθμίδα. Είναι όμως θέμα χρόνου. Αν οι μεταρρυθμίσεις συνεχιστούν, θα υπάρξουν αναβαθμίσεις. Η έκδοση του 10ετους ομολόγου την προηγούμενη εβδομάδα δείχνει ότι οι αγορές έχουν θετική άποψη. Θα υπάρξει περαιτέρω ενθάρρυνση με αναβαθμίσεις στο μέλλον. Αυτό εξαρτάται εξ΄ολοκλήρου από τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων», δήλωσε.