Κάταγμα κνήμης: Πώς αντιμετωπίζεται

Στα πιο συχνά προβλήματα ανήκουν τα κατάγματα της κνήμης.

Ο λόγος είναι ότι το οστό είναι εκτεθειμένο στις άμεσες κακώσεις επειδή στερείται, μυϊκά, επαρκούς κάλυψης (κτυπήματα στο «καλάμι»).

Σύμφωνα με τον ορθοπαιδικό -χειρουργό Ιωάννη Η. Βλάχο και το newsbeast, συνήθως το κάταγμα της κνήμης συνοδεύεται από κάταγμα της περόνης, το οποίο όμως είναι άνευ σημασίας.

Τα κατάγματα της κνήμης διαιρούνται:

  • στα οφειλόμενα σε βαρεία κάκωση (π.χ. τροχαία) οπότε είναι και συντριπτικά και
  • στα οφειλόμενα σε στροφική κάκωση, τα ονομαζόμενα σπειροειδή.

Το σκέλος έχει μεγάλη παραμόρφωση, μεγάλο οίδημα και κουνιέται προς όλες τις κατευθύνσεις, προκαλώντας οξύ πόνο.

Στο σπειροειδές κάταγμα, πάντως, μοιάζει να είναι το σκέλος σταθερό, χωρίς παραμόρφωση του άξονα, αλλά, στην περιοχή του κατάγματος, η κνήμη διογκωμένη από το αιμάτωμα.

Πώς αντιμετωπίζεται

Το κάταγμα της κνήμης χρειάζεται άμεση ακινητοποίηση (σταθεροποίηση) με νάρθηκα. Ένας απλός νάρθηκας είναι με δημιουργία ενός κυλίνδρου από σκληρό χαρτόνι και ενίσχυση με ξυλαράκια.

Στόχος να κρατιέται το σκέλος ακίνητο. Στα συντριπτικά κατάγματα από τροχαίο ατύχημα συνήθως, έχει ανοίξει το δέρμα και έχει πεταχτεί το σπασμένο οστό προς τα έξω.

Σ’ αυτή την περίπτωση και αν το προβάλλον οστούν είναι ρυπαρό, με άφθονο νερό το ξεπλένουμε και τραβώντας το πόδι, προσπαθούμε να επαναεισχωρήσει μέσα στο δέρμα.

Καλύπτουμε το τραύμα μ΄ ένα καθαρό πανί και προχωρούμε σε ακινητοποίηση με νάρθηκα. Το κάταγμα αυτού του είδους είναι πολύ βαρεία κάκωση και χρειάζεται άμεση νοσοκομειακή κάλυψη.

Να σημειωθεί πως πολλά από τα ανοιχτά κατάγματα αυτά αντιμετωπίζονται με ακινητοποίηση με σύστημα εξωτερικής οστεοσύνθεσης. Στον αντίποδα, τα κλειστά κατάγματα της κνήμης αντιμετωπίζονται με ενδομυελική ήλωση.

Ο χρόνος ανάρρωσης και επούλωσης είναι, κατά μέσο όρο, έξι εβδομάδες.